Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Αγάπη και Χρόνος



Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.

Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Όλοι τότε την περιγελούσαν και της έλεγαν «εμείς πάντα το λέγαμε ότι μόνο η αγάπη δεν φτάνει».
Αγέρωχη, με ψηλά το κεφάλι, παρά τα δάκρυα που θόλωναν το βλέμμα της, βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μία λαμπρή θαλαμηγό και τον ρωτάει :
«Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος.
«Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα».

Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία , που επίσης περνούσε από μπροστά της μʼ ένα εντυπωσιακό σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησε με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου», της απάντησε η Αλαζονεία.

Η Ευδαιμονία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά κι αυτή δεν της έδωσε σημασία. Χαμένη στον γυάλινο κόσμο της ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.

Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτήν βοήθεια.
«Λύπη, άφησε με να έρθω μαζί σου»
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη, που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.

Το Μίσος έριχνε άγριες ματιές στην Αγάπη και η Ειρωνεία μισογελούσε και της μόρφαζε, ενώ συνέχιζαν να κάνουν βόλτες με μια γρήγορη θαλαμηγό, απολαμβάνοντας το θέαμα: το νησί βούλιαζε κι η αγάπη μόνη στʼ ακρογιάλι…

Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
«Αγάπη, έλα εδώ. Θα σε πάρω εγώ μαζί μου».
Ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε.
Όταν έφτασαν ασφαλείς στην στεριά, ο κύριος την άφησε στο πανέμορφο «λιμανάκι της αγκάλης» και συνέχισε αργά και σίγουρα το δρόμο του.
Η Αγάπη ένοιωσε γεμάτη ευγνωμοσύνη για τον άγνωστο αλλά ήταν τόση η ταραχή της, που ξέχασε να τον ρωτήσει το όνομά του.

Γνωρίζοντας πόσα του χρωστούσε, που τη βοήθησε, ρώτησε τη Γνώση :
« Γνώση, ποιος με βοήθησε;»
« Ο Χρόνος», της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
« Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Το τυφλό αγόρι







Ένα τυφλό αγόρι καθόταν στα σκαλιά ενός κτιρίου και είχε ένα καπέλο μπροστά από τα πόδια του. Δίπλα υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε: "Είμαι τυφλός, παρακαλώ βοηθήστε με."

Μέσα στο  καπέλο υπήρχαν μόνο λίγα κέρματα .
Ένας άνδρας που περνούσε εκείνη την ώρα,  κοντοστάθηκε και σταμάτησε μπροστά από το τυφλό αγόρι. Έβγαλε μερικά κέρματα από την τσέπη του και τα έριξε  στο καπέλο. Ύστερα πήρε την πινακίδα, τη γύρισε ανάποδα, και έγραψε κάποιες λέξεις. Τοποθέτησε την πινακίδα πίσω στη θέση της, έτσι ώστε όσοι περνούσαν από μπροστά να βλέπουν τις λέξεις που έγραψε.

Σύντομα το καπέλο άρχισε να γεμίζει από κέρματα. Πολλοί περισσότεροι περαστικοί άφηναν πια χρήματα για το τυφλό αγόρι.
Το απόγευμα, ο άνθρωπος που είχε αλλάξει την πινακίδα γύρισε να διαπιστώσει πώς πάνε τα πράγματα.
Το αγόρι τον αναγνώρισε από τα βήματά του και τον ρώτησε:
«Εσύ είσαι  αυτός που άλλαξε την πινακίδα μου σήμερα το πρωί; Τι έγραψες; "
"Έγραψα το ίδιο που είχες γράψει, αλλά με διαφορετικές λέξεις"  απάντησε στο παιδί.
Αυτό που  είχε γράψει ήταν το εξής:

 "Σήμερα είναι μια υπέροχη ημέρα και δεν μπορώ να την δω."

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Η Ιστορία ενός μολυβιού



Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο 
σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ.
 Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!
- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα 
πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο.
Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του.
Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.
Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβύνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου.
Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.

Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Το ποτήρι







Οι φοιτητές παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον το μάθημα για τη  διαχείριση του άγχους, όταν ο καθηγητής  έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά. Όλοι φαντάστηκαν ότι θα έκανε τη γνωστή ερώτηση: "Είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο;". Αντ 'αυτού, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπό, ρώτησε: «Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό;"

Οι απαντήσεις που έδωσαν οι φοιτητές κυμάνθηκαν από 200 μέχρι 600 γραμμάρια.
Όμως ο καθηγητής διαφώνησε:
Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα κρατάω το ποτήρι. Αν το κρατάω ψηλά για ένα λεπτό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αν το κρατήσω έτσι για μια ώρα, θα αρχίσει να πονάει το χέρι μου. Αν το κρατήσω για μια μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα παραλύσει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατώ τόσο βαρύτερο γίνεται 

Συνέχισε ο καθηγητής:
Το στρες,οι ανησυχίες και τα προβλήματα της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκεφτείτε τα για λίγο, δεν πειράζει. Αν τα σκέφτεστε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να σας πληγώνουν. Και αν σας προβληματίζουν όλη την ημέρα, στο τέλος θα σας παραλύσουν και θα νιώσετε ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε.
Είναι σημαντικό να θυμόσαστε να χαλαρώνετε και να διώχνετε το στρες. Μην κουβαλάτε τα προβλήματα μαζί σας μέχρι το βράδυ, ακόμα και τη νύχτα. Μη ξεχνάτε να κατεβάζετε το ποτήρι!

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Ευτυχία...




Ταξίδευαν τρεις γυναίκες και, ξαφνικά, βλέπουν μες στο δρόμο ένα μεγάλο λάκκο και ανακαλύπτουν πως μέσα βρίσκεται παγιδευμένη η Ευτυχία.
Τότε η πρώτη γυναίκα λέει:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως, μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή κι ευτυχισμένη έφυγε.
Η δεύτερη γυναίκα ζήτησε:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως, εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα το αρπάζει κι ευτυχισμένη φεύγει.
Μόνο η τρίτη γυναίκα δεν έλεγε τίποτα και τότε η Ευτυχία της είπε μεσα  από τον λάκκο:
- Πες μου κι εσύ τι θέλεις να σου δώσω;
Και τότε η γυναίκα έσκυψε, άπλωσε το χέρι της και είπε:
-”Δώσε μου το χέρι σου” κι έβγαλε την Ευτυχία από το λάκκο.
Μετά συνέχισε το δρόμο της…..
Η Ευτυχία χαμογέλασε και την ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ!!!

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Το δέντρο της ζωής



Μόλις είχε τελειώσει μια δύσκολη μέρα για τον ξυλουργό που είχαμε προσλάβει για της ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού στο χωριό. Όλα του είχαν πάει στραβά εκείνη την ημέρα. 
Το πρωί είχε μείνει από μπαταρία το αυτοκίνητο του οπότε καθυστέρησε να έρθει, στη συνέχεια χάλασε το ηλεκτρικό πριόνι, και στο τέλος της ημέρας διαπίστωσε ότι είχε ξεφουσκώσει το λάστιχο του αυτοκινήτου. Προσφέρθηκα να τον πάω σπίτι του.
Σε όλη τη διάρκεια του δρόμου, ήταν σιωπηλός. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, με προσκάλεσε να τον συνοδέψω για να με γνωρίσει στην οικογένεια του. Καθώς περπατούσαμε προς την είσοδο του σπιτιού, σταμάτησε για λίγα λεπτά μπροστά από ένα μικρό δέντρο, αγγίζοντας στο τέλος τις άκρες των κλαδιών με τα δύο του χέρια.
Μεμιάς, η διάθεση του άλλαξε. Μπήκε στο σπίτι χαμογελαστός, τον υποδέχθηκαν η γυναίκα και τα παιδιά του, τους φίλησε και τους αγκάλιασε με θέρμη.
Βγήκαμε στο μπαλκόνι να πιούμε ένα ποτό. Μην μπορώντας να συγκρατήσω την περιέργεια μου, τον ρώτησα γιατί είχε σταματήσει μπροστά από το δέντρο.

- Αχ, αυτό είναι το δέντρο των προβλημάτων μου, απάντησε. Ξέρω ότι δεν μπορώ να αποφεύγω τις στεναχώριες στη δουλειά μου. Όμως είναι  δικές μου έννοιες, όχι της γυναίκας μου ούτε των παιδιών μου.
Μόλις επιστρέφω σπίτι, κρεμάω τα προβλήματα μου στα κλαδιά αυτού του δέντρου. Το επόμενο πρωί, πριν ξεκινήσω για τη δουλειά μου, τα ξαναμαζεύω.
Όμως συμβαίνει κάτι περίεργο. Το πρωί όταν βγαίνω και τα ψάχνω, κάποια από τα προβλήματα έχουν εξαφανιστεί, ενώ κάποια άλλα μου φαίνονται αρκετά ελαφρύτερα σε σχέση με το προηγούμενο βράδυ…..


Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Κεραυνοβόλος έρωτας

Όταν ο Ήλιος και η Σελήνη συναντήθηκαν για πρώτη φορά, ερωτεύτηκαν με την πρώτη ματιά και ξεκίνησε μια μεγάλη αγάπη.
Ο κόσμος ακόμα δεν είχε δημιουργηθεί και την ημέρα που ο Θεός αποφάσισε να τον φτιάξει, τους έδωσε το φως τους.
Αποφασίστηκε ότι ο Ήλιος θα φώτιζε τη μέρα και η Σελήνη τη νύχτα. Και έτσι θα ζούσαν χώρια.

Με αυτή την απόφαση, πλημμύρισαν από στενοχώρια, γιατί κατάλαβαν πως θα ζούσαν χωριστά.
Η Σελήνη παρ' όλη τη λάμψη της άρχισε να απομονώνεται και ο Ήλιος από την πλευρά του, παρ' όλο που είχε κερδίσει τον τίτλο του "Βασιλιά των Αστέρων", δεν ήταν ευτυχισμένος.

Ο Θεός που έβλεπε τη θλίψη που είχαν, τους φώναξε και τους εξήγησε πως ο καθένας τους είχε μια ξεχωριστή λάμψη και δεν έπρεπε να είναι θλιμμένοι
"- Εσύ Σελήνη θα φωτίζεις τα βράδια και θα μαγεύεις τους ερωτευμένους. Εσύ Ήλιε θα δίνεις λάμψη στη Γη την ημέρα και ζέστη στους ανθρώπους και η παρουσία σου θα τους κάνει όλους πιο ευτυχισμένους."

Η Σελήνη λυπήθηκε για την τύχη της και έκλαψε πικρά...
Και ο Ήλιος βλέποντάς την να υποφέρει αποφάσισε να της δώσει δύναμη και να την βοηθήσει να δεχτεί την απόφαση του Θεού.

Παρ' όλα αυτά, αποφάσισε να ζητήσει μια χάρη από το Θεό:
"-Θεέ μου, βοήθησε τη Σελήνη γιατί είναι πιο ευαίσθητη από μένα και δεν αντέχει τη μοναξιά." Και τότε ο Θεός της χάρισε τ' αστέρια.
Όταν η Σελήνη αισθάνεται μοναξιά, καταφεύγει στ' άστρα, που κάνουν τα πάντα για να την παρηγορήσουν, αλλά ποτέ δεν το πετυχαίνουν.

Σήμερα ζουν χωριστά. Ο Ήλιος προσποιείται ότι είναι ευτυχισμένος και η Σελήνη προσπαθεί να κρύψει τη στενοχώρια της.
Λένε ότι ο Θεός ήθελε η Σελήνη να είναι πάντα γεμάτη και φωτεινή, αλλά δεν τα κατάφερε... Γιατί είναι γυναίκα και καμιά γυναίκα δεν μπορεί να ζει χωρίς αγάπη.
Όταν είναι ευτυχισμένη είναι γεμάτη και λάμπει. Όταν είναι δυστυχισμένη είναι μισή και ένα τέταρτο και τότε δεν είναι δυνατόν να φανεί η λάμψη της.
Η Σελήνη και ο Ήλιος ακολουθούν τη μοίρα τους. Αυτός, μόνος αλλά δυνατός. Η Σελήνη παρέα με τ' άστρα, αλλά, αδύναμη.

Πολλοί άντρες προσπάθησαν να την αποκτήσουν αλλά δεν μπόρεσαν. Μερικοί πήγαν να τη δουν από κοντά, αλλά και πάλι γύρισαν άπρακτοι.
Ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να τη φέρει στη Γη ούτε και κανείς κατάφερε να την κάνει να ερωτευτεί.

Ο Θεός τότε αποφάσισε ότι κανένας έρωτας δεν θα είναι αδύνατος. Ούτε
του Ήλιου και της Σελήνης. Τότε, δημιούργησε την έκλειψη.
Σήμερα ο Ήλιος και η Σελήνη, ζουν περιμένοντας αυτή τη στιγμή.
Αυτή τη στιγμή που τους δόθηκε και που τόσο σπάνια συμβαίνει.

Όταν κοιτάζεις προς τον ουρανό από εδώ και μπρος και δεις τον Ήλιο να σκεπάζει τη Σελήνη, θα είναι γιατί ξαπλώνει πάνω της και αγαπιούνται.
Αυτό το έργο αγάπης ονομάστηκε "έκλειψη".

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτή η λάμψη πάθους, είναι τόσο μεγάλη, που συνιστάται να μη βλέπουμε προς τον ουρανό εκείνη τη στιγμή, γιατί τα μάτια μας μπορεί να τυφλωθούν, αντικρίζοντας τόση αγάπη.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Τα συναισθήματα του ανθρώπου



Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: «Τι είναι το κρυφτό;».
Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια-την οποία δεν την ενδιάφερε ποτέ τίποτα-να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο Άνανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.
«Ένα, δύο, τρία» άρχισε να μετράει η Τρέλα.

Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γεναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. ΤοΨέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και το Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί. 

«….1000″ μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ  μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία. Ένιωσε τον «ρυθμό» του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.
Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογγητό πόνου.
Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα του είχαν πλήγωσει τα μάτια. Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα.

Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Χρώματα της Νύχτας...




- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη; 
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλε 
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Τι χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- …Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι … Κοίταξε μακριά στο κενό … Και δάκρυσε …
Ζω …
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ” αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ” αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα “ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι” αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πίστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλα  αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από  την αρχή. Τωρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξε  τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;
- Aυριο θα “ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτε άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να “χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ” αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιος είναι ο δυνατός;
- Ποιος είναι ο δυνατός;  ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ” ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ” αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται… και ελπίζουν…
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο σ τ'  αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Άκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται…

- Σε λίγο θα ξημερώσει… Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται… Ονειρεύονται και ελπίζουν…

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Η Ελπίδα της νιότης

Η νιότη βάδιζε μπροστά κι εγώ την ακολουθούσα και σε μια στιγμή φτάσαμε σ' ένα χωράφι μακρινό. Εκεί σταμάτησε και κοίταξε ψηλά τα σύννεφα που αργοσαλευαν στην κόψη του ορίζοντα, σαν ένα κοπάδι από άσπρα προβατάκια. Έπειτα κοίταξε τα δέντρα που έτειναν στα ύψη τα γυμνά κλαδιά τους σαν να προσευχόταν θαρρείς στον Kύριο του ουρανού για να ξαναβρούν τα φυλλώματα τους. Κι είπα εγώ, "που βρισκόμαστε νιότη; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "είμαστε στον αγρό της ταραχής. Έχε τον νου σου! "Κι είπα εγώ, "πάμε να φύγουμε. Με τρομάζει τούτη η ερημιά, κι η θέα των σύννεφων και των γυμνών δέντρων σφίγγει την καρδιά μου με λύπη". Κι εκείνη μίλησε και είπε, "έχε υπομονή. Η ταραχή είναι η αρχή της γνώσης". Κοίταξα τότε γύρω μου και είδα μια οπτασία να προχωρά με χάρη προς εμάς και αμέσως ρώτησα, "ποια είναι τούτη η γυναίκα;" Κι η Nιότη απάντησε, "αυτή εδώ που βλέπεις είναι του Δία η κόρη, της Tραγωδίας η Μούσα, η Μελπομένη". "Μακάρια Nιότη!" αναφώνησα τότε, "τι γυρεύει η Tραγωδία από μένα, όσο βρίσκεσαι στο πλάι μου εσύ; "Κι εκείνη μου αποκρίθηκε, "ήρθε να σου δείξει τη γη και τον πόνο της, γιατί όποιος δεν γνώρισε τον πόνο, δεν θα γνωρίσει ποτέ του και χαρά". Κι ένα χέρι άπλωσε τότε εμπρός στα μάτια μου το πνεύμα, κι όταν το τράβηξε, η Nιότη είχε χαθεί, κι εγώ βρισκόμουν μόνος, γυμνός από κάθε γήινο ντύμα. Αναφώνησα, "κόρη του Δία, που χάθηκε η Nιότη;" Εκείνη δεν απάντησε. Με πήρε κάτω από τα φτερά της και μ' ανέβασε σε μια υψηλή βουνοκορφή. Κάτω από τα πόδια μου είδα να απλώνεται η γη κι όλα όσα έκλεινε μέσα της, αραδιασμένα σαν σελίδες από βιβλίο, όπου ήταν γραμμένα τα μυστικά όλου του κόσμου. Στάθηκα γεμάτος φόβο και αποφάσισα να αποκρυπτογραφήσω τα σύμβολα της Ζωής. Κι είδα πράγματα φοβερά: τους Aγγέλους του Oυρανού να μάχονται με τους Δαίμονες της Δυστυχίας κι ανάμεσα τους να στέκει ο Άνθρωπος, και να τον τραβά άλλοτε η Ελπίδα και άλλοτε η Απόγνωση. Είδα το Μίσος και την Αγάπη να παίζουν με του Ανθρώπου την καρδιά. Η Αγάπη να κρύβει την ενοχή του και να του παίρνει το νου με το κρασί της υποταγής, του επαίνου και της κολακείας. Το Μίσος να τον προσκαλεί, να σφραγίζει τα αυτιά του και να τυφλώνει τα μάτια του εμπρός στην αλήθεια. Κι είδα την πόλη να ζαρώνει σαν ένα παιδί από τις φτωχογειτονιές της και ν' αρπάζεται από το ρούχο του γιου του Αδάμ. Κι είδα από μακριά τα όμορφα χωράφια να κλαίνε για τον πόνο του ανθρώπου. Είδα τους ιερείς να αφρίζουν σαν πονηρές αλεπούδες και τους ψεύτικους μεσσίες να συνωμωτούν ενάντια στην ευτυχία του ανθρώπου. Κι είδα τον άνθρωπο να καλεί τη Σοφία για τη σωτηρία του, μα εκείνη δεν άκουγε τις κραυγές του, γιατί κάποτε την είχαν περιγελάσει όταν του μιλούσε στους δρόμους της πόλης. Κι είδα κήρυκες να στρέφουν το βλέμμα τους με λατρεία στους ουρανούς, ενώ οι καρδιές τους ήταν θαμμένες μέσα στους λάκκους της Απληστίας. Είδα τους νομοθέτες να φλυαρούν νωχελικά και να πουλούν τα εμπορεύματά τους στις αγορές της απάτης και της υποκρισίας. Είδα γιατρούς να παίζουν με τις ψυχές των απλοϊκών και των εύπιστων ανθρώπων. Είδα τους αμαθείς να κάθονται μαζί με τους σοφούς, να ανεβάζουν το παρελθόν τους στο θρόνο της δόξας, να καλλωπίζουν το παρόν τους με τα ρούχα της χλιδής και να προετοιμάζουν το κρεβάτι της πολυτέλειας για το μέλλον. Είδα φτωχούς εξαθλιωμένους να σπέρνουν τον σπόρο και δυνατούς να θερίζουν την σοδειά τους και από κοντά το φόβο της τιμωρίας, που ψεύτικα τον ονομάζουν Νόμο, να στέκεται φρουρός. Είδα τους κλέφτες της Άγνοιας να λεηλατούν τους θησαυρούς της Γνώσης, ενώ οι φύλακες του φωτός είχαν χαθεί μέσα στο σκοτάδι της αδράνειας. Και είδα τις δυνάμεις της Γνώσης να πολιορκούν την πολιτεία των Κληρονομημένων Προνομίων αλλά ήταν πολύ λίγες αυτές οι δυνάμεις και σύντομα διαλύθηκαν. Και είδα την Λευτεριά να περπατάει μόνη, χτυπώντας πόρτες, αναζητώντας καταφύγιο, αλλά κανένας δεν εισάκουγε την παράκλησή της. Έπειτα είδα την Ασωτία να βηματίζει με μεγαλοπρέπεια και το πλήθος να την ονομάζει Λευτεριά. Είδα την θρησκεία θαμμένη στα βιβλία, και την Αμφιβολία να στέκεται στη θέση της. Κι είδα τον Άνθρωπο να φορά τα ρούχα της Υπομονής αλλά ήταν το ντύμα της Δειλίας και να ονομάζει την παραίτηση Ανεκτικότητα και το φόβο Ευγένεια. Είδα τον εισβολέα να κάθεται και να τρωγοπίνει στο τραπέζι της Γνώσης και να μιλά ανόητα, ενώ οι καλεσμένοι σιωπούσαν. Είδα το χρυσάφι στα χέρια του σπάταλου, μέσο για τα άθλια χέρια του. Και στα χέρια του τσιγκούνη σαν δόλωμα για το μίσος αλλά στα χέρια του σοφού δεν είδα χρυσάφι.

Όταν τα είδα όλα αυτά, φώναξα με πόνο, "Ω κόρη του Δία, είναι αυτή πραγματικά η Γη; είναι αυτός ο Άνθρωπος; "Με φωνή απαλή αλλά γεμάτη λύπη μου αποκρίθηκε, "αυτό που βλέπεις είναι το μονοπάτι της Ψυχής, κι είναι στρωμένο με κοφτερές πέτρες και γεμάτο αγκάθια. Αυτή είναι η σκιά του Ανθρώπου. Αυτή είναι η Νύχτα! Αλλά περίμενε! Σύντομα θα έρθει το Πρωί!"

Έπειτα, ακούμπησε απαλά το χέρι της πάνω στα βλέφαρα των ματιών μου, και όταν το τράβηξε, σαν θαύμα, ξανάδα την Νιότη να περπατάει δίπλα μου, και μπροστά από εμάς, οδηγήτρα στον δρόμο μας, να βαδίζει η Ελπίδα.



Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Τρεις Αλήθειες






Ένας άνθρωπος αιχμαλώτισε ένα καναρίνι, που του είπε:
- Τι θέλεις από μένα; Δες τα ισχνά πόδια μου και το μικροσκοπικό κεφάλι μου. Τι μπορείς να πάρεις από μένα; Δώσε μου την ελευθερία μου και θα σου πω τρεις χρήσιμες αλήθειες.
 - Τρεις αλήθειες;
- Ναι. Άκουσε με καλά. Θα σου πω την πρώτη ενώ με κρατάς στο χέρι σου. Θα σου πω τη δεύτερη όταν θα είμαι ασφαλές πάνω σ” ένα κλαδί. Θα σου πω την τρίτη όταν θα έχω φτάσει στην κορυφή αυτού του λόφου.
- Εντάξει, είπε ο άνθρωπος, πες μου την πρώτη.

Τότε το καναρίνι του είπε:
- Αν χάσεις κάτι, ακόμα κι αν είναι τόσο πολύτιμο όσο η ζωή σου, μη λυπηθείς γι” αυτό ούτε στιγμή.
Ο άνθρωπος κράτησε το λόγο του και άνοιξε το χέρι του. Το καναρίνι πέταξε σ” ένα κλαδί, απ” όπου είπε τη δεύτερη αλήθεια:
- Αν σου πουν κάτι παράλογο, μην το πιστέψεις πριν σου το αποδείξουν!
Το πουλί πέταξε μέχρι την κορυφή του λόφου.
- Ποια είναι η τρίτη αλήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος.
- Είναι, πως στο κορμί μου υπάρχουν δυο υπέροχα κοσμήματα που ζυγίζουν πολύ. Αν με είχες σκοτώσει, τώρα θα ήταν δικά σου.
Ο άνθρωπος έπεσε κάτω απογοητευμένος και δάγκωσε το δάχτυλό του μέχρι να ματώσει. Εκείνη τη στιγμή άκουσε το πουλί που γελούσε. Σηκώθηκε και το ρώτησε γιατί γελάει.
- Είσαι ανόητος, του είπε το πουλί, σου είπα πρώτα να μη λυπηθείς ποτέ για κάτι που έχασες. Εσύ λυπήθηκες για τα κοσμήματα. Σου είπα μετά να μην πιστέψεις ποτέ έναν παραλογισμό, με κανέναν τρόπο. Σου είπα ότι έχω δυο κοσμήματα που ζυγίζουν πολύ κι εσύ το πίστεψες, παρόλο που όλο το κορμί μου είναι πολύ ελαφρύ. Αντίο, είσαι ανόητος.

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Μουσικά Ταξίδια


 

Μία νότα ταξίδεψε ατελείωτα χρόνια ψάχνοντας μιαν άλλη νότα μόνη όπως εκείνη.
Στις μεγαλουπόλεις δεν είχε καταφέρει να βρει κανέναν ευχάριστο ήχο. Βέβαια, αν ήθελε, μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα σε φωνές και κόρνες αυτοκινήτων, αλλά δεν το έκανε. Ήθελε κάτι όμορφο όπως όμορφη ήταν κι εκείνη… Δεν εγκατέλειψε ποτέ το όνειρό της έπρεπε να βρει μια ιδιαίτερη παρέα και να ενωθεί μαζί της… Κάποτε κατάλαβε πως πρέπει να αλλάξει περιβάλλον. Χωρίς να διστάσει στιγμή, άφησε την μεγάλη πόλη και πήγε στην εξοχή. 


 Εκεί δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Σύντομα βρήκε πολλές νότες όπως η ίδια, διαφορετικές μεταξύ τους και με ιδιαίτερες ποιότητες. Αφού γνωρίστηκαν και εκτίμησαν η μία την διαφορετικότητα της άλλης, ίδρυσαν την πρώτη τους μπάντα. Διασκέδασαν με την καρδιά τους στα εγκαίνια του νέου τους ξεκινήματος, σίγουρες πως έπρατταν σωστά. Ήταν ήδη εμφανές πως μαζί μπορούσαν να κάνουν σημαντικά πράγματα Πρώτος σταθμός στην περιπέτειά τους ήταν το κοντινότερο δάσος. Μερικές φοβήθηκαν γιατί δεν είχαν ξανακούσει γι’αυτό. Πήραν όμως θάρρος από τις υπόλοιπες που είχαν ξαναπάει και ένιωσαν ασφάλεια. Εξερευνώντας το δάσος, γνώρισαν πουλάκια κάθε λογής. Κάθισαν πλάι σε όλα, στα κλαδιά των δέντρων, και ξεκίνησαν μία-μία τις προσπάθειες να μιμηθούν τους ήχους των πουλιών. Τα κατάφεραν μια χαρά όλες τους! Όταν όμως επιχείρησαν να τραγουδήσουν όλες μαζί, κάτι δεν πήγαινε καλά. Το δάσος συγκινήθηκε από την προσπάθειά τους και τους έκανε δώρο κάτι πολύ ιδιαίτερο, την γνώση του να καταλαβαίνουν πότε είναι καλά να ηχούν και πότε να σωπαίνουν.


Έφτιαξαν ένα όμορφο πεντάγραμμο που τις χωρούσε όλες. Ανέβηκαν στο νέο τους όχημα και γεμάτες χαρά ξεκίνησαν το νέο τους ταξίδι, μακρύ μέχρι τον διάστημα. Ω! τι όμορφη θέα είχαν από εκεί ψηλά! Μπορούσαν να δουν τα πάντα! Παρατηρώντας την κίνηση των πλανητών έμαθαν την αρμονία, έγιναν αρμονία…
Τους τράβηξε την προσοχή η θάλασσα και αφού συζήτησαν, συμφώνησαν να γίνει ο επόμενος σταθμός τους. Δεν είχαν προλάβει να φτάσουν και είχαν ήδη νιώσει την δύναμη του νερού. Ήταν παντού, δεν σταματούσε ποτέ να κινείται, ήταν ευέλικτο και πολύ πολύ δυνατό! Ένα τρίτο δώρο μπήκε στον σάκο των γνώσεών τους. Εκείνο του να μπορούν ελίσσονται με αποτελεσματικότητα. 


Ενθουσιασμένες που σε κάθε ταξίδι μ
άθαιναν πράγματα σημαντικά για τις ίδιες και τον κόσμο, είπαν να επισκεφτούν και την έρημο. Φτάνοντας, της ζήτησαν ευγενικά να τους προσφέρει λίγη ησυχία αν μπορούσε. Μόλις η έρημος τις άκουσε, έβαλε τα γέλια. Της είχε φανεί πολύ αστείο μα και χαριτωμένο το αίτημα που είχαν οι νότες. Χαμογελώντας λοιπόν είπε πως είχε διαθέσιμη όση ησυχία εκείνες ήθελαν και ήταν ελεύθερες να μείνουν εκεί για όσο χρειάζονταν. Στην έρημο ήταν πολύ ευχάριστο να έχει παρέα και περνούσε όμορφα ακούγοντάς τες να συνθέτουν μουσική καθώς έπαιζαν με τους ήχους που είχαν μάθει να παράγουν. Όλες οι νότες είναι μέχρι και σήμερα ευγνώμων στην έρημο για το δώρο της ησυχίας και την φιλοξενία της. Χωρίς αυτά, δεν θα είχαν ποτέ νιώσει τον μαγευτικό τους ήχο.

Αφού πέρασε αρκετός καιρός κάνοντας πρακτική, αφέθηκαν στον αέρα να τις πάει μέχρι τον ουρανό. Αντιλήφθηκαν σύντομα πως από όλα τα αγαθά, το πολυτιμότερο είναι εκείνο της ελευθερίας, της ελευθερίας να αφεθείς να πας μακριά, της ελεθευρίας να αναπτύσσεσαι. 

Μία νότα μόνη βρήκε τον τρόπο να βάλει τέλος στην μοναξιά της με την ένωσή της με άλλες νότες που κι εκείνες ήταν κάποτε μόνες, δημιουργώντας μια μοναδική συμφωνία. Μία νότα μόνη, και μια άλλη, και μια άλλη, έχουν θέα στην ανθρώπινη ψυχή σα μαγικά παράθυρα. Μερικές φορές, στην ησυχία, ακούγεται ακόμη η μουσική από κάποιες νότες που συνεχίζουν να ταξιδεύουν. Αν σου τύχει, μη διστάσεις! Ανέβα στο πρώτο πεντάγραμμο που θα συναντήσεις και αφέσου να απολαύσεις το ταξίδι στον φανταστικό κόσμο της μουσικής….




Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Μ' αγαπάς;

Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε και κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα ‘μοιαζε μ’ όλα τα άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια.


Μόλις σουρούπωνε , το ‘σκαγε απ’ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνώτανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν να πιούν νερό….
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί και ασβοί και βατραχάκια…
Το σκιουράκι ένοιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό. Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:
- Μπορείς να μ’ αγαπάς?
Τα πιο πολλά γελούσαν. Άλλα δεν έμπαιναν καν στον κόπο ν’ απαντήσουν. Κι άλλα του λέγανε: Δεν έχω χρόνο – ή δεν ξέρω τι είναι ν αγαπάς….
Κι αυτό γινότανε κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου, μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:
- Μπορώ. Έλα ν αγαπηθούμε.
- Μπορείς? Πόσο χαίρομαι!
- Πες μου όμως, τι πα’ να πει ν αγαπηθούμε?
- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις. Και τώρα άκου: Ν’ αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πα’ να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόντουσαν στα μάτια για μερόνυχτα….
- Τώρα αγαπιόμαστε?
- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό. Ν’ αγαπηθούμε πα’ να πει και να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα! …
- Τι ωραίο να σ’ αγαπάω!
Τώρα δεν αγαπιόμαστε?
- Όχι ακόμα. Για ν αγαπηθούμε πα να πει και να χουμε κάτι ο ένας απ τον άλλον. Έλα ν αλλάξουμε χρώματα. Δωσ μου λίγο απ το καστανόμαυρο τρίχωμα σου κι εγώ θα σου δώσω απ το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έτσι έκαναν…
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.
- Τώρα αγαπιόμαστε?
- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο. Πρέπει ν` αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μια αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεε… ώπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε?
- Τώρα.
Και που λέτε όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγιναν κι έτρεχαν για τον ήλιο. Κι άρχισε να πέφτει μια βροχή, γλυκιά σα μέλι. Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ την τεράστια ταχύτητα – που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ αστέρια – έγιναν ένα …
Κι ύστερα βγήκε απ τον ουρανό τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ τα σύννεφα…
Και πέρασε καιρός. Να τανε χρόνια, να τανε ένα λεπτό μονάχα, κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος είναι άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί. Μπορεί και να ζαλίστηκα από το τρέξιμο. Θα θελα να γυρίσω πίσω.
- Κουράστηκες? Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει. Δεν είναι κουραστικό.
- Για μένα είναι. Έπειτα το χω ξανακάνει. Λίγοι αντέχουν δεύτερη φορά. Είναι επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω…
Αυτά είπε. Και με πολύ μεγάλη ευκολία, πήδηξε πάνω σε ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε…
- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι. Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω, κι είναι αστείο να τρέχω μόνο μου στον ουρανό…
Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως – δε σας τ ορκίζομαι – το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεε … ωωωωωωω… Είναι κανείς εδώ? Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο. Ποιός θα μπορούσε να μου πει πως θα ξαναγυρίσω πίσω?
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήταν άδειο, κι έτσι δεν του απάντησε κανείς.
- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα. Κι άρχισα να κρυώνω. Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα? Εεεεε …. ωωωωω…. Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ?
Τότε μια μικρή φωνούλα έφτασε σταυτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή σαν να βγαίνε από μέσα του.
- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!
- Μου μίλησε κανείς? Τίποτα δε βλέπω.
- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου. Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στο Γαλαξία. Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Άκου. Εγώ μόνο μπορώ να σε γυρίσω πίσω. Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω απ τη γη., κι έτσι ύστερα σιγά – σιγά θα κατεβούμε. Μόνο που έχω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα κι ενέργεια μου έχει σχεδόν εξαντληθεί. Για να γυρίσουμε, θα πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα, να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε…
- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω?
- Ξέρω κι εγώ? … το τρίχωμα σου, τις πατούσες σου, ένα κομμάτι απ την καρδιά σου…
- Το τρίχωμα μου και οι πατούσες μου είναι δικά σου. Μόνο που καρδιά δεν έχω πια. Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει…
- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου. Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη… Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω. Ησύχασε. Κρατήσου τώρα. Αλλάζουμε πορεία.
Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά… Το σκιουράκι, μ ένα πόδι, κοίταζε τη γη – τόσο μικρούλα – κι όμως του φάνηκε πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του. Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι αυτόν. Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτα άλλο.
- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά. Το κέντρο της ζωής σου είν` αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του. Κι όμως είναι άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις, ούτε και να ξεφύγεις απ αυτό…
- Σσσσσς! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα… Καίω τη δεύτερη πατούσα. Κατεβαίνουμε …
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα, μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε. Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθάρα, τα δέντρα, τα πουλάκια, του ποτάμι και ξαφνικά…
Πλάτς ! … Και μετά τίποτα…
Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται, πόναγε σ όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του ‘βαζε οινόπνευμα κι ύστερα του φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και του ‘βαζε επιδέσμους και το χάιδευε….
- ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.
Όμως είδε να σκύβει από πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στα μάτια του.
Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε. Κοιτάζονταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα….
- Μπορείς να μ αγαπάς?
Το σκιουράκι αναστέναξε χωρίς καθόλου λύπη.
- Φοβάμαι πως δε μπορώ. Δεν έχω πια καρδιά για να σ αγαπήσω…
- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ ΄ τη δική μου.
- Όμως ν αγαπηθούμε πα να πει να τρέχουμε μαζί – κι εγώ δεν έχω πόδια.
- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί? Ν αγαπηθούμε πα να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο, όπως μπορούμε. Το πιο σπουδαίο είναι να ‘μαστε οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέξουμε, ούτε που θα πάμε…
Μικρό μου σκιουράκι, αν μπορείς να μ αγαπάς θα σου φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια. Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα ναι πιο όμορφα, γιατί θ ακούω την ανάσα σου κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ, θα είμαστε εμείς….
Τι έγινε μετά κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα – κι εγώ που να ξέρω?
Λένε πως τους είδανε να φεύγουν για την Ανατολή, περπατώντας και οι δυο με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε… Ο απόηχος απ το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δέντρων.
- Λένε …
Πάντως ποτέ – μα ποτέ – κανείς δεν τους ξανάδε πια!

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Ένας αλλιώτικος κόσμος


       Φαντάσου ότι υπάρχει μια τράπεζα , η οποία κάθε μέρα καταθέτει στον λογαριασμό σου το ποσό των 86.400 ευρώ.  Αυτή η περίεργη τράπεζα την ίδια στιγμή , δεν μεταφέρει τα λεφτά σου από τη μία μέρα στην άλλη: κάθε βράδυ σβήνει από τον λογαριασμό αυτά που δεν έχεις ξοδέψει.
     Τι θα έκανες;….. φαντάζομαι ότι θα έπαιρνες κάθε μέρα τα λεφτά που δεν ξόδεψες. Έτσι;   Λοιπόν ο καθένας από μας έχει αυτή την τράπεζα: το όνομά της είναι ΧΡΟΝΟΣ. Κάθε μέρα , αυτή η τράπεζα καταθέτει στον προσωπικό της λογαριασμό 86.400 δευτερόλεπτα.
      Κάθε βράδυ αυτή η τράπεζα σβήνει από το λογαριασμό σου και θεωρεί χαμένη οποιαδήποτε ποσότητα του χρόνου την οποία δεν έχεις επενδύσει σε κάτι ωφέλιμο.  Αυτή η τράπεζα δεν μεταφέρει λογαριασμούς από την μία μέρα στην άλλη. Κάθε μέρα σου ανοίγει καινούργιο λογαριασμό. Κάθε βράδυ σβήνει τις καταθέσεις της ημέρας. Αν δεν χρησιμοποιείς την κατάθεση σου κατά τη διάρκεια της μέρας , εσύ είσαι αυτός που χάνει. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Δεν υπάρχουν χρωστούμενα για την αυριανή μέρα: πρέπει να ζεις το σήμερα   με τη σημερινή κατάθεση.
        Για αυτό, μια καλή συμβουλή είναι ότι πρέπει να επενδύσεις τον χρόνο σου με τέτοιο τρόπο ώστε να βρείς το καλύτερο στην υγεία, την ευτυχία και την επιτυχία.
Το ρολόι συνεχίζει την πορεία του… Χρησιμοποίησε το μέγιστο κάθε ημέρα.   Για να  καταλάβεις την αξία ενός χρόνου, ρώτα κάποιον μαθητή που επανέλαβε κάποια τάξη…. Για να καταλάβεις την αξία ενός μήνα ρώτα μια μητέρα που μόλις έχει γεννήσει.   Για να καταλάβεις την αξία μιας εβδομάδας ρώτα τον εκδότη ενός εβδομαδιαίου περιοδικού… Για να καταλάβεις την αξία μιας ώρας , ρώτα τους εραστές που περιμένουν για να συναντηθούν.   Για να καταλάβεις την αξία ενός λεπτού, ρώτα ένα ταξιδιώτη που έχασε το τρένο. Για να καταλάβεις την αξία ενός δευτερολέπτου, ρώτα κάποιον που κόντεψε να πάθει ατύχημα…. Για να καταλάβεις την αξία ενός δέκατου του δευτερολέπτου, ρώτα έναν αθλητή που κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο στους ολυμπιακούς αγώνες.  
     Φύλαξε κάθε στιγμή που ζεις και αυτός ο θησαυρός θα έχει μεγαλύτερη αξία αν τα μοιράζεσαι με κάποιο σημαντικό άτομο, τόσο σημαντικό ώστε να του αφιερώσεις τον χρόνο σου.. και θυμήσου ότι ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν. ….
  

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Νιώσε κι αγάπα



Άκου τους πρωινούς κηλαηδισμούς πώς υμνούν το θαύμα της ζωής
Άσε τα μάτια σου να βαφτιστούν στα χρώματα της ροδαύγης
Πάρε στο δάχτυλό σου φυλαχτό μια δροσοσταλίδα από το χορτάρι
Ανέβα ταπεινά το μονοπάτι
Στο διάβα σου μοιράσου του ζουζουνιού και της πεταλουδίτσας τη χαρά
Τραγούδα πλάι στο κελάρυσμα του ρυακιού
Σμήξε την ανάσα σου με την ανάσα του κυκλάμινου
Της πέρδικας την περπατησιά παράφορα ερωτέψου
Μελέτα τη ζωγραφιά στην πλάτη του σκαθαριού
Πρόσεχε μην πατήσεις την ανθισμένη μυρμηγκοφωλιά
Στο ξέφωτο στάσου και με το μεγάλο λιθάρι πιάσε κουβέντα για την αιωνιότητα
Μην τρομάξεις από το σούρσιμο ενός φιδιού που άθελά σου το τρόμαξες
Στο αστραφτερό μυστήριο του μεσημεριού παραδόσου
Στις φτέρες φτερούγισε σαν το τρυφερό φύσημα του αγεριού
Αγκάλιασε όπως ο κισσός τον ψηλό δεντροκορμό
Το άγιο νερό της πηγής σκύψε να κοινωνήσεις
Πρόλαβε να χαρείς το άλμα της νυφίτσας
Τη γέρικη χελώνα μη βιαστείς να προσπεράσεις
Πλανέψου από τ' αηδόνια της ρεματιάς
Στου δειλινού τα σύννεφα αιωρήσου
Στο λυκόφως ξαναβρές το ξενητεμένο ποίημά σου
Στην ανατολή του φεγγαριού χόρεψε χέρι-χέρι με τους θρύλους
Ευχήσου στον αποσπερίτη να γίνει αυγερινός
Γείρε τα μάτια σου και χώρεσε όλη την Πλάση στα όνειρά σου
Πόνεσε και δάκρυσε για τον πόνο και το δάκρυ του άγνωστου συνανθρώπου
Ξύπνα και ζήσε το θαύμα από την αρχή