Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Ο κήπος του Βασιλιά




Ένας Βασιλιάς βγήκε να δει τον κήπο του και βρήκε πως πεθαίνουν και μαραίνονται τα δένδρα, τα δενδρύλλια και τα λουλούδια.

Η βελανιδιά είπε πως πεθαίνει γιατί δε μπορεί να γίνει τόσο ψηλή όσο το πεύκο. 

Απευθυνόμενος στο πεύκο ο Βασιλιάς άκουσε πως ξεραίνεται, γιατί δε μπορεί να κάνει τσαμπιά όπως το αμπελόκλημα. 

Το αμπελόκλημα πέθαινε, γιατί δε μπορούσε να ανθήσει όπως το τριαντάφυλλο. 

Βρήκε μόνο τις ντάλιες να είναι φρέσκες και να εκπέμπουν άρωμα και ομορφιά. 

Στο ερώτημά του ο Βασιλιάς πήρε την επόμενη απάντηση:
- Θεωρώ αυτονόητο, ότι με φύτεψες επειδή ήθελες ο κήπος σου να έχει ντάλιες. Εάν ήθελες σ' αυτό το μέρος να έχεις βελανιδιά ή αμπελόκλημα, ή τριαντάφυλλο, τότε θα φύτευες εκείνους κι όχι εμένα.

Γι' αυτό σκέφτηκα, πως αφού δε μπορώ να είμαι κάποιος άλλος δε ζήλεψα κανέναν. Και αποφάσισα να είμαι αυτό που είμαι... 

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Ο όμορφος κήπος και το αγκάθι




Κάποτε ήταν ένας πανέμορφος κήπος με πανέμορφα λουλούδια δένδρα και μικρά φυτά θάμνοι.
Τα είχε όμορφα καμωμένα ένας πονεμένος άνθρωπος με πολύ αγάπη.
Η φύση έκανε τη δουλειά της με το να τα τρέφει με το νερό κι τη γη της. ο άνθρωπος έβαζε την αγάπη το μεράκι κι τη δημιουργικότητα του.


Ένας άνθρωπος άκουσε για τον όμορφο κήπο κι θέλησε να τον δει από κοντά.
Πήγε κι τον θαύμασε με δέος έλεγε κι ξανάλεγε μα τι παράδεισος είναι τούτος.
Ο άντρας γεύτηκε από κάποια δένδρα ώριμους καρπούς που είχε πάνω. Μύρισε τα λουλούδια θαύμασε τα ζωύφια που πετούσαν γύρο παιχνιδιάρικα.


Πήγε να πιάσει ένα λουλούδι κι τότε ένα αγκάθι του τρύπησε το χέρι.
Άρχισε ξαφνικά ο άνθρωπος να φωνάζει κι να βρίζει τον όμορφο κήπο να ποδοπατά τα όμορφα άνθη κι να βρίζει αυτόν που είχε φτιάξει τον κήπο .


Τότε ο πονεμένος γλυκός άνθρωπος του είπε γιατί τόσο "εύκολα" ξέχασες τα όμορφα όπου είδες κι είπες για τούτο το κήπο; για ένα τόσο δα άσχημο πραγματάκι σκόρπισες στον αέρα τόσα όμορφα που είδες και γεύτηκες;

markos marpanou

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Οι αστερόσποροι





Μια φορά και ένα καιρό, πέρα από τον ωκεανό, στα πέρατα της θάλασσας, εκεί που συναντάει ο ήλιος τον ορίζοντα και γίνονται ένα, εκεί που δεν πατάει ανθρώπου πόδι, ΤΣΟΥΥΥΥΦ!!!!! Να’ μαι!!!! Εκεί είμαι εγώ!!!!

Μεταξύ ουρανού και γης, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα να πετάω ελεύθερος. Μακριά από το άγχος μου, το άγχος σου, το άγχος τους...

Είναι φορές που σκέφτομαι πως να περάσει η ώρα μου, μόνος μου εδώ. Και ΝΑΙ, βρήκα τη δημιουργικότητά μου.

Να φυτέψω τα σύννεφα με λουλούδια πολύχρωμα, να βλαστήσουν κι άλλα αστέρια πιο φωτεινά, πιο λαμπερά, πιο κίτρινα αστέρια.

- ''Θέλω αστερόσπορους να φυτέψω στα παρτέρια μου.'' (απευθυνόμενος στον πωλητή στο φυτώριο)
- ''Αστερόσπορους'';
- Ναι, αστερόσπορους.
- ''Δεν υπάρχουν αστερόσποροι''.
- ''Καλά, θα ψάξω αλλού, ευχαριστώ.''

Δεν βρίσκω όμως. Πουθενά αστερόσποροι.

Κουρασμένος από το ψάξιμο, καταλήγω να βρίσκομαι σε παιδική χαρά γεμάτη με παιδιά, να κοιτάω τις κούνιες, τις τσουλίθρες, να ακούω χαρούμενες φωνές και να βλέπω τα παιδιά να παίζουν. 

Αυτά τα όμορφα παιδικά προσωπάκια, τα αθώα , τα γελαστά, τα μικρά αστεράκια. 

Αυτά είναι οι αστερόσποροί μας, το μέλλον μας. 
Σ' αυτά θα δώσω βάση, αυτά θα πιστεύω. 
Αυτοί είναι οι σπόροι μας. 

Αν τους αγαπήσουμε, τους φυτέψουμε, τους ποτίσουμε, τους φροντίσουμε όπως η καρδιά μας ξέρει, αγνά, αθώα και με φαντασία, τότε ο κήπος μας θα λάμπει.
- ''Αστερόσπορους έχετε;''
- ''Έχουμε πολλούς, φτάνει να τους αφήσετε να ανθίσουν και να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.''

Το μικρό αυτό παραμύθι γράφτηκε από τον Θ. στις 25.01.13 κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου για τη δημιουργικότητα.  
Τον ευχαριστούμε πολύ που το μοιράστηκε με την ομάδα μας εκείνη την ημέρα και δέχτηκε να το δημοσιεύσουμε...

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Η λιχούδα αρκουδίτσα



Ήταν μια φορά και έναν καιρό μια τόσο δα μικρούλα αρκουδίτσα, η μικρότερη σε ηλικία στο χωριό Μιάμ-Μιάμ!  Τρελαινόταν για ολόφρεσκα γλυκά κάθε είδους και φυσικά για λαχταριστό μέλι! Κάθε μέρα  έτρωγε  φρυγανιές με μέλι,  σοκολατένια  γλυκά και γλειφιτζούρια.
Η μαμά αρκούδα της έλεγε συνέχεια: «Καταλαβαίνω  μικρή μου  αρκουδίτσα ότι δεν μπορείς  να αντισταθείς  στα πεντανόστιμα  γλυκά του φούρνου του χωριού μας,  αλλά καλό θα ήταν να τρως  λιγότερα. Δεν κάνει καλό τα παιδιά να τρώνε τόσα πολλά  γιατί χαλάνε τα δόντια  και κάνουν την κοιλίτσα να πονάει. Πρέπει να τρώνε και χορταράκια, φακές , φασολάκια, κρεατάκι!»
Αλλά η μικρή μας αρκουδίτσα δεν άκουγε τη μαμά της και όχι μόνο αγόραζε πολλά γλυκά αλλά δεν τα μοιραζόταν και με τα αδερφάκια της  που της ζητούσαν να φάνε. Οι μέρες περνούσαν και έφτασε η γιορτή του γλυκού που γινόταν κάθε χρόνο στο χωριό Μιάμ-Μιάμ!  Ααα η μικρή μας  τρελαινόταν γι’ αυτή τη γιορτή! Διαρκούσε  τρεις  ημέρες .Εκεί  οι μαμάδες αρκούδες  έφτιαχναν πολύχρωμες  λιχουδιές  και γλειφιντζούρια σε διάφορα σχήματα! Την  Τρίτη μέρα γινόταν ο διαγωνισμός  του καλύτερου γλυκού και στο τέλος τα μικρά αρκουδάκια μπορούσαν  να  φάνε όσα γλυκά ήθελαν!
Η  αρκουδίτσα λοιπόν τις δύο πρώτες μέρες έφαγε πάρα πολλά και έτσι  την τελευταία και καλύτερη μέρα της γιορτής  πόναγε η κοιλιά της.  Μεγάλο κακό την βρήκε αφού πέρασε όλη  την ημέρα στο σπίτι! Στεναχωριόταν πολύ που δεν είχε ακούσει τις συμβουλές της μαμάς της.
Όταν το βράδυ τα αδερφάκια της γύρισαν σπίτι η μικρή αρκουδίτσα τα ρώτησε : «καλά μου αδερφάκια εμένα μου φέρατε λιχουδιές? »
Εκείνα απάντησαν: «όχι δεν σου φέραμε γιατί πονάει η κοιλιά σου  και εμείς όταν σου ζητούσαμε δεν μας έδινες».
Η μαμά και τα αδερφάκια της αποφάσισαν να της δώσουν ένα μάθημα. Δεν θα την άφηναν να φάει λιχουδιές για λίγες μέρες…αχ  παιδιά μου όπως τα ακούτε! Ήταν οι χειρότερες μέρες της ζωής της! Έτσι η αρκουδίτσα  κατάλαβε το λάθος της και ζήτησε συγνώμη. «Μπράβο μικρή μας αδερφούλα, είσαι υπέροχη. Στο μεγάλο ντουλάπι της κουζίνας σε περιμένει μια έκπληξη», είπαν τα αδερφάκια της. Και μια και δυο η αρκουδίτσα τρέχει και  ανοίγει  το δώρο της !
Ήταν ένα πολύχρωμο κουτί γεμάτο κάθε λογής λιχουδιές!!!  Η μικρή  αρκουδίτσα χάρηκε πάρα πολύ.  «Υπόσχομαι να είμαι καλό παιδί, να σε ακούω  μαμά και να τρώω όλα τα φαγητά που μαγειρεύεις», είπε.
Έτσι η λιχούδα αρκουδίτσα μας από τότε απολάμβανε τα αγαπημένα της γλυκά μία φορά την εβδομάδα και δεν την ξαναπόνεσε ποτέ η κοιλίτσα της..γι αυτό κ εσάς αν σας αρέσουν τόσο πολύ τα γλυκά σκεφτείτε το πριν τα φάτε όλα και περάσετε την ίδια στεναχώρια με την αρκουδίτσα..καλύτερα μοιραστείτε τα με τους φίλους σας και τα πρόσωπα που αγαπάτε!
Το παραμύθι έγραψε η κα  Αγλαΐα Κρίκα, Φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Πατρών, τμήμα Νηπιαγωγών. 

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Το χρωματιστό πουλί


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα πουλί, Ένα πουλί στολισμένο με δύο τέλειες φτερούγες και λαμπερό, χρωματιστό και υπέροχο φτέρωμα. 
Ήταν δηλαδή ένα ζώο φτιαγμένο για να πετάει ελεύθερο και να αιωρείται στον ουρανό, δίνοντας χαρά σε όποιον το παρατηρούσε.
Μια μέρα, μία γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεύτηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πέταγμα του με το στόμα ανοιχτό από τη σαστισμάρα, με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν από συγκίνηση. 
Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανό μέσα σε απόλυτη αρμονία. Η γυναίκα θαύμαζε, υμνούσε και λάτρευε το πουλί.Αλλά τότε σκέφτηκε: μπορεί να θέλει να γνωρίσει μακρινούς τόπους και βουνά! Και η γυναίκα αισθάνθηκε φόβο. Φόβο να μην το ξανανιώσει αυτό με άλλο πουλί. Και αισθάνθηκε φθόνο, φθόνο για την ικανότητα του πουλιού να πετάει.Και αισθάνθηκε μοναξιά.Και σκέφτηκε: Θα στήσω μια παγίδα. 
Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφύγει.
Το πουλί, που ήταν κι αυτό ερωτευμένο, επέστρεψε την επόμενη μέρα, έπεσε στην παγίδα και κλείστηκε σε ένα κλουβί.
Κάθε μέρα, η γυναίκα κοιτούσε το πουλί. Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το έδειχνε στις φίλες της, που σχολίαζαν: «Μα εσύ τα έχεις όλα!».
Όμως άρχισε να γίνεται μία παράξενη μεταμόρφωση: αφού είχε δικό της το πουλί και δεν χρειαζόταν πια να το κατακτήσει, έχανε το ενδιαφέρον της. 
Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράζει το νόημα της ζωής του, πήρε να μαραζώνει, να χάνει τη λάμψη του, να ασχημαίνει και η γυναίκα δεν του έδινε πλέον την προσοχή της, μόνο το τάιζε και φρόντιζε το κλουβί του.
Μια ωραία μέρα, το πουλί πέθανε.
Η γυναίκα λυπήθηκε πολύ και το σκεφτόταν συνέχεια. Αλλά δε θυμόταν το κλουβί, θυμόταν μόνο τη μέρα που το είδε για πρώτη φορά, να πετάει ευχαριστημένο στα σύννεφα.
Αν παρατηρούσε τον εαυτό της, θα ανακάλυπτε ότι αυτό που τη συγκινούσε τόσο πολύ στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενέργεια που εξέπεμπαν οι φτερούγες του, όχι το ίδιο του το σώμα.
Χωρίς το πουλί και η δική της ζωή έχασε το νόημά της και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την πόρτα της.«Γιατί ήρθες?» ρώτησε το θάνατο.
«Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις μαζί του στα ουράνια», αποκρίθηκε ο θάνατος. 
Αν το είχες αφήσει να φύγει και πάντα να επιστρέφει, θα το αγαπούσες και θα το θαύμαζες ακόμα περισσότερο. 
Τώρα όμως χρειάζεσαι εμένα για να μπορέσεις να το ξαναδείς».......

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Δροσοσταλίδα




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή ψιχάλα. Μια τόοοσο δα μικρή δροσοσταλίδα. Δεν είχε ηλικία γιατί έτσι κι αλλιώς οι δροσοσταλίδες δεν έχουν ηλικία, είναι αιώνιες!
Σπίτι μου είναι τα σύννεφα, τα ποτάμια, οι λίμνες, η θάλασσα, έλεγε και ξανάλεγε με περηφάνια χορεύοντας πάνω σ’ ένα μικρό κατάλευκο σύννεφο.
Κάποια μέρα την είδε ένας αετός καθώς περνούσε από κει, να χορεύει χαρούμενη και της χαμογέλασε.
Η δροσοσταλίδα σταμάτησε το χορό της και πλησιάζοντας στην άκρη του συννέφου τον ρώτησε διστακτικά.
-”Μήπως ξέρεις τ’ όνομά μου;”
-”Όχι”, απάντησε ο αετός και μ’ ένα δυνατό τίναγμα των φτερών του απομακρύνθηκε συνεχίζοντας  την πορεία του στον ουρανό.
Μετά από λίγο φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και πήρε το σύννεφο μακρυά, στέλνοντας το στη χώρα της Βροχής.
Μόλις έφτασαν εκεί η δροσοσταλίδα είδε τις αδελφές της να αφήνουν τα χέρια τους από το σύννεφο και να πέφτουν με γέλια και φωνές προς τη γη. Μια και δυο έκανε κι αυτή το ίδιο. Άφησε τα χέρια της από το σύννεφο κι άρχισε να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει… ώσπου ανταμώθηκε με το ποτάμι.
Σκαρφάλωσε σ’ ένα ξεραμένο φύλλο που ταξίδευε στην επιφάνεια του νερού και άρχισε πάλι να χορεύει…
Ξάφνου σταματάει το χορό της και σοβαρή σοβαρή ρωτάει το ξεραμένο φύλλο.
-”Μήπως ξέρεις  τ’ όνομά μου;”
-”Όχι”, αποκρίθηκε εκείνο τρέχοντας πάνω στα διάφανα νερά του  ποταμού.
Μετά από το μεγάλο ταξίδι της στο ποτάμι, η δροσοσταλίδα έφτασε στη θάλασσα.
Τώρα είχε γαντζωθεί πάνω σ’ ένα άδειο μπουκάλι που επέπλεε πάνω στα κύματα, και  χόρευε κι αυτό μαζί της.
-”Μήπως ξέρεις πως με λένε;” ρώτησε κάποια στιγμή λυπημένη η δροσοσταλίδα.
-”Όχι”, απαντάει το μπουκάλι, “μα σίγουρα θα ξέρει ο αφρός των κυμάτων!” . Όταν έφτασαν στην κορυφή ενός τεράστιου κύματος η δροσοσταλίδα είπε με τρεμάμενη φωνή στον αφρό.
-”Μου είπε το μπουκάλι ότι εσύ θα ξέρεις το όνομά μου. Είναι αλήθεια ; Το ξέρεις;”
-”Όχι”, είπε ο αφρός των κυμάτων καθώς άσπριζε ολοένα και πιο πολύ τη θάλασσα….
Κουρασμένη η δροσοσταλίδα από τους χορούς και τα ταξίδια αποκοιμήθηκε επάνω στο μαλακό φελλό του μπουκαλιού…
Το πρωί που ξύπνησε ήταν πάλι στο σπίτι της, στο σύννεφο, (γιατί όταν κοιμούνται οι δροσοσταλίδες και ονειρεύονται, ελαφραίνουν και πετούν προς τον ουρανό).

Τεντώθηκε λοιπόν και όπως το ‘χε συνήθεια έριξε μια ματιά κάτω προς τη γη. Και τι να δει!
Από κάτω ακριβώς βρισκόταν ένας πανέμορφος κήπος, με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια. Μαργαρίτες, τριανταφυλλιές, ορτανσίες…
Η δροσοσταλίδα σάστισε από την ομορφιά του κήπου και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Άφησε λοιπόν τα χέρια της από το σύννεφο και άρχισε να ταξιδεύει προς τον κήπο….
Προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα καταπράσινο φυλλαράκι γιασεμιού και άρχισε να κυλάει σαν δάκρυ προς την άκρη του.
Το φυλλαράκι ένιωσε την δροσοσταλίδα πάνω του και χάρηκε πολύ.
-”Σ’ ευχαριστώ για τη δροσιά που μου έδωσες”, είπε ,”πες μου τι θες να κάνω κι εγώ για σένα;”
-”Το όνομά μου”, είπε.  “Θα ‘θελα να μάθω το όνομά μου!”
-”Δυστυχώς δεν το ξέρω”, αποκρίθηκε  το φυλλαράκι καθώς έβλεπε τη δροσοσταλίδα να πηδά προς τα κάτω…
Για καλή της τύχη η δροσοσταλίδα έπεσε πάνω στην πλάτη μιας πασχαλίτσας.
Και όχι όποιας κι όποιας μα της πιο σοφής του κήπου.
-”Τι έχεις και είσαι λυπημένη;” ρώτησε η πασχαλίτσα.
-”Θέλω να μάθω το όνομά μου”, είπε η δροσοσταλίδα μελαγχολικά.
“-Αιώνες τώρα χορεύω στα σύννεφα, στα ποτάμια, στις λίμνες, στις θάλασσες…και όποιον συναντώ τον ρωτώ πως με λένε, μα κανείς δεν ξέρει. Μήπως ξέρεις εσύ;”
-”Όχι”, απάντησε  η σοφή πασχαλίτσα, “αλλά θα σε πάω σε κάποιον που σίγουρα ξέρει!”
Μια και δυο ξεκίνησαν και μετά από λίγο έφτασαν σ’ ένα σπόρο φραουλιάς που λιαζόταν ξαπλωμένος  τεμπέλικα στο χώμα.
Η πασχαλίτσα άφησε τη δροσοσταλίδα πάνω στο σπόρο και φεύγοντας είπε χαμογελώντας.
-”Να αυτός ξέρει το όνομά σου”.
Έκπληκτη η δροσοσταλίδα ρώτησε τον σπόρο της φραουλιάς.
-”Αλήθεια; Αλήθεια εσύ ξέρεις το όνομά μου;”
-”Ναι, το ξέρω” απάντησε ο σπόρος μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, “το ξέρω”.
-”Σε λένε ΖΩΗ και σε περίμενα…” της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά…


του Αντώνη Δημητρακόπουλου

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Διαμαντένιο φως



Μια φορά και ένα καιρό μέσα στον απέραντο ουρανό βρισκόταν μια μικρή σφαίρα που ακτινοβολούσε ένα λαμπερό διαμαντένιο φως.!!!!

Η μικρή σφαίρα όμως δεν μπορούσε να δει το φως της και στεναχωριόταν, γιατί πίστευε, ότι όλα τα άλλα ουράνια σώματα ήταν λαμπερά και όμορφα και μόνο αυτή ήταν μικρή και ασήμαντη.

Τα πρωινά ο ήλιος αστραποβολούσε με το χρυσαφένιο του φως και το βράδυ η σελήνη έστελνε τις ασημένιες ακτίνες της όσο πιο μακριά μπορούσε.

Η μικρή σφαίρα παρατηρούσε τα αστέρια που το καθένα είχε την δική του λάμψη και αναστέναζε λυπημένα.«Γιατί να μη είμαι και εγώ σαν εκείνο το πανέμορφο αστέρι με το γαλάζιο φως αναρωτιόταν;;;»
Ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά της μια λευκή οπτασία και της είπε: « Μικρή μου δεν πρέπει να λυπάσαι που δεν έχεις δικό σου λαμπερό φως, γιατί πολύ απλά έχεις, μόνο που δεν το έχεις ανακαλύψει ακόμα.!!! Μόλις το αντιληφθείς πίστεψε με ποτέ δεν θα ζητήσεις να έχεις κάτι άλλο»

«Αλήθεια» είπε χαρούμενα η μικρή σφαίρα. «Μα πως μπορώ όμως να δω το δικό μου φως» αναλογίστηκε

Τότε η οπτασία της έδωσε ένα μεγάλο ροζ κρύσταλλο και της είπε, ότι η καρδιά του κρυστάλλου ήταν ένας παντοδύναμος καθρέφτης και μέσα από αυτή θα μπορούσε να αντικρύσει το φως της. Θα έπρεπε όμως να πέσει με δύναμη επάνω στον κρύσταλλο και να τον σπάσει, για να ξεριζώσει από μέσα την καρδιά του, ώστε να μπορέσει να δει το φως της επάνω στην επιφάνεια της .

Η οπτασία χάθηκε και η μικρή σφαίρα ετοιμάστηκε χαρούμενη να κυλήσει επάνω στον κρύσταλλο για να τον σπάσει. Επιτέλους, είχε έλθει η στιγμή που περίμενε τόσο καιρό. Να αντικρύσει το δικό της φως.

Ξαφνικά σταμάτησε, γιατί άκουσε ένα λυγμό.. Ήταν ο κρύσταλλος που έκλαιγε, γιατί η σφαίρα θα τον διέλυε και θα του έπαιρνε την καρδιά ..

Η μικρή σφαίρα σταμάτησε την ορμή της.. Παρατήρησε, ότι η δική της επιθυμία περνούσε από την δυστυχία κάποιου άλλου.

«Ξέρεις του είπε σκέφθηκα, ότι η λύπη σου θα θολώσει την καρδιά σου και έτσι ποτέ δεν θα μπορέσω να δω το αληθινό φως μου αλλά μόνο κάτι θολό»

«Εσύ όμως που βλέπεις» συνέχισε «μπορείς να μου το περιγράψεις οπότε θα είναι σαν να το βλέπω και δεν χρειάζεται να πάρω την καρδιά σου για καθρέφτη».

Η περιγραφή από κάποιον ποτέ δεν θα σου δώσει την αίσθηση που θα έχεις εσύ ίδια όταν νοιώσεις το φως σου απάντησε στοχαστικά ο κρύσταλλος.!!!

Μόλις ο κρύσταλλος πρόφερε αυτές τις λέξεις οι λαμπερές ακτίνες του Ήλιου έπεσαν επάνω στην επιφάνεια του και φώτισαν την καρδιά του. Η καρδιά φεγγοβόλησε και η μικρή σφαίρα είδε επάνω της το δικό της διαμαντένιο φως….

Ήταν τόσο μοναδικά απαράμιλλο αυτό το φως, που μεμιάς κατάλαβε, ότι δεν θα μπορούσε να είχε ζητήσει τίποτα άλλο….

Από τότε η μικρή σφαίρα έζησε χαρούμενα και ευτυχισμένα και χαιρόταν που το φως της έφθανε απλόχερα σε όσους το είχαν ανάγκη!!!

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Προσαρμογή



Μια φορά και έναν καιρό, ένα παιδάκι παίζοντας αμέριμνο στον κήπο του σχολείου του, άκουσε μια φωνή που ερχόταν από ένα δέντρο. Το δέντρο βλέποντας το παιδάκι να νευριάζει που δεν είχε κατορθώσει να φτιάξει ένα σπιτάκι με κάποια κομμάτια από χαρτόνι που είχε απλώσει στο γρασίδι, άρχισε να του μιλάει: «Γιατί νευριάζεις;», άκουσε το δέντρο να του λέει. «Γιατί δεν ακουμπάς τα χαρτόνια σου σε ένα πιο σκληρό μέρος του εδάφους και όχι επάνω στο γρασίδι, που είναι τόσο μαλακό και δεν μπορούν να στηριχθούν; Γιατί δεν αφήνεσαι στην έμπνευση της στιγμής, αντί να προσπαθείς να επιβάλλεις μια κατάσταση που τόσο σε κουράζει; «, συνέχισε το δέντρο να ρωτάει.

Πώς μπορώ να κάνω αυτό που λες και να εξακολουθώ να είμαι ο εαυτός μου;», ρώτησε το παιδί.

«Για κοίταξε και εμένα», είπε το δέντρο, «Λυγίζω στον άνεμο, κρεμάω τα κλαδιά μου κάτω στη βροχή, κι όμως πάντοτε παραμένω ο εαυτός μου, μένω δέντρο».
«Όμως δες εμένα», είπε το παιδάκι, «Δεν μπορώ να αλλάξω με τίποτα».

«Δες με», είπε το δέντρο. «Αλλάζω με κάθε εποχή. Από πράσινο σε καφετί και πάλι σε πράσινο, από μπουμπούκι σε ανθό και μετά σε πεσμένα φύλλα. Όμως παραμένω ο εαυτός μου, μένω δέντρο!»

«Δεν μπορώ να χτίσω αυτό το σπιτάκι», είπε το παιδί. «Τόση προσπάθεια καταβάλλω, κι όμως, δεν έχω κατορθώσει να το πετύχω. Είμαι θλιμμένος και απογοητευμένος», είπε ο μικρούλης.

«Όμως για κοίταξε κι εμένα, υπάρχουν σαράκια που μου τρώνε τα κλαριά, κουκουβάγιες στον κορμό μου, βρυά και σκαθάρια που ζουν στο φλυό μου. Ίσως μου αφαιρέσουν με τον καιρό ότι έχω και δεν έχω, όχι όμως αυτό που είμαι.

Σημασία δεν έχει το τι κάνουμε, αλλά το πώς το κάνουμε. Η αλλαγή και η ανάπτυξη είναι το ίδιο φυσιολογικές, όπως η ανατολή και η δύση του ηλίου. Ας βαδίσουμε με αυτά που έχουμε μέσα μας, κι ας ακούμε τη φωνή της καρδιάς μας. Έστω και μόνο για σήμερα ας πάμε κάπου έξω από τον εαυτό μας χωρίς φόβο ή κριτική διάθεση τόσο για εμάς τους ίδιου, όσο και για τους άλλους. Έστω και μόνο για μία φορά.

Ο Πλάτωνας είπε: «Μπορούμε εύκολα να συγχωρέσουμε ένα παιδί που φοβάται το σκοτάδι. Η πραγματική τραγωδία της ζωής είναι όταν οι μεγάλοι φοβούνται το φως».

Πόσο εύκολα προσαρμόζεστε στις δυσκολίες; Πόσο εύκολα αποφασίζετε να κάνετε «αλλαγή πλεύσης», αν αυτό που κάνετε δεν φέρνει τα αποτελέσματα που θέλετε;

Αν ένα δέντρο που είναι στατικό ακίνητο, βαθιά ριζωμένο στο χώμα, μπορεί να είναι ευέλικτο και ανθεκτικό στους δυνατούς ανέμους, στις κακοκαιρίες, στους κεραυνούς και τις αστραπές, εσείς γιατί δυσκολεύεστε να κάνετε όλες εκείνες τις απαιτούμενες αλλαγές που θα φέρουν καλύτερα, μεγαλύτερα και ουσιώδη αποτελέσματα στη ζωή σας.
Αν θέλετε να αλλάξετε κάτι, κινηθείτε. Έχετε πόδια και όχι ρίζες. Είστε ευέλικτοι, σωματικά και πνευματικά. Κάντε μερικά βήματα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Όταν οι χειμώνες και οι κακοκαιρίες της ζωής σας βρίσκουν, γίνετε ευέλικτοι και ανθεκτικοί σαν τα δέντρα, αν θέλετε να αντέξετε. Όταν η άνοιξη και τα καλοκαίρια της ζωής σας συναντούν, γίνετε ευφάνταστοι σαν άνθρωποι και καλλιεργήστε τις δυνατότητες  και τις ποιότητες σας. Δεν είστε δέντρα!

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Συμβουλές ομορφιάς (για γυναίκες)




Για γοητευτικά χείλη προφέρετε λέξεις καλοσύνης.
Για όμορφα μάτια κοιτάξτε να δείτε το καλό στους ανθρώπους. 
Για λεπτή σιλουέτα, μοιράστε την τροφή σας με τους πεινασμένους. 
Για ωραία μαλλιά, αφήστε ένα παιδί να τα χαϊδέψει μια φορά τη μέρα. 
Για ελκυστικό βάδισμα, περπατήστε με τη γνώση ότι δεν πορεύεστε μόνες σας.
Η ομορφιά μιας γυναίκας δεν είναι στα χαρακτηριστικά του προσώπου της, αλλά αυτή που αντανακλάται από την ψυχή της. 
Είναι η φροντίδα που προσφέρει με αγάπη.Το πάθος που επιδεικνύει. 
Η αληθινή ομορφιά μιας τέτοιας γυναίκας μεγαλώνει με το χρόνο...
Η ομορφιά μιας γυναίκας δεν βρίσκεται στα ρούχα που φορά, το σώμα που περιφέρει ή τον τρόπο που χτενίζεται.
Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ορατή μέσα από τα μάτια της, γιατί αυτά είναι η είσοδος της καρδιάς της, το μέρος που κατοικεί η Αγάπη. 

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Το Δέντρο που ήθελε να ψηλώσει




Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και έλεγαν παραμύθια, έτυχε ο προπάππος του προπάππου μου να ακούσει μια αληθινή ιστορία που μοιάζει με παραμύθι.

Μπορεί όμως και να είναι ένα παραμύθι που μοιάζει με αληθινή ιστορία, Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που άλλος πιστεύει το πρώτο και άλλος το δεύτερο, γι' αυτό μπορείτε κι εσείς να πιστέψετε αυτό που σας φαίνεται πιο αληθινό.

Λένε, πως ένα πουλί που πετούσε από δω και από κει, άφησε να πέσει από το ράμφος του ένα σπυρί..
Έπεσε ανάμεσα σε δυο πλαγιές ενός ψηλού πέτρινου γκρίζου βουνού.

Την άλλη χρονιά στη θέση που έπεσε ο σπόρος φύτρωσε ένα μικρό, τόσο δα πράσινο κλαράκι.

Ο καιρός περνούσε και το κλαράκι έγινε κλωνί και το κλωνί έγινε κλώνος και ο κλώνος έγινε ένα μικρό όμορφο δεντράκι.

Το βουνό σαν είδε την καινούργια ζωή, ένιωσε χαρά μεγάλη.

«Επί τέλους, είπε, δεν θα είμαι μόνο από πέτρα, θα έχω και κάτι πράσινο να απαλύνει τη μοναξιά μου, ίσως αλλάξω και γίνω ένα καταπράσινο βουνό, ίσως γίνω και ένα δάσος και τότε, πω-πω τι ευτυχία, πουλιά θα πετούν γύρω μου και θα μου τραγουδούν».

Έτσι σκεφτόταν το πέτρινο βουνό και έκανε ότι μπορούσε για να βοηθήσει το μικρό δέντρο να μεγαλώσει.

Και πραγματικά, καθώς οι χειμώνες και τα καλοκαίρια έρχονταν και έφευγαν και καινούργιοι χειμώνες και καινούργια καλοκαίρια έβλεπαν το δέντρο να μεγαλώνει, το μικρό δεντράκι ψήλωσε, δυνάμωσε και τίναξε κλώνους και κλωνιά, έτσι που έγινε ένα κανονικό δέντρο.
Το βουνό καμάρωνε και χαιρόταν και από τη χαρά του άρχισε να ομορφαίνει.

Το δέντρο από την άλλη μεριά ήταν πολύ περήφανο για τον εαυτό του. Κοιτούσε γύρω του και αγαλλίαζε η ψυχή του που δεν υπήρχε τίποτε άλλο πιο όμορφο από το ίδιο.

Κάθε πρωί μετρούσε το μπόι του και ανυπομονούσε να ψηλώσει περισσότερο. Είχε βάλει στόχο να φτάσει στο ίδιο ύψος με τις δυο κορφές του βουνού που έβλεπε δεξιά και αριστερά του.

Μια φορά, κάποια από τις Άνοιξες που πέρασαν από το πέτρινο βουνό, στάθηκε λίγο περισσότερο, καμάρωσε κι εκείνη το δέντρο αλλά κάτι της φάνηκε παράξενο και θέλησε να το ξεδιαλύνει.

Κάθισε λοιπόν και μίλησε μαζί του. «Δεν χρειάζεται να ρωτήσω για την υγεία σου, του είπε, σε βλέπω πολύ ζωηρό, χλωμάδα δεν υπάρχει στο πρόσωπό σου, είσαι ψηλό και δυνατό. Ένα δεν καταλαβαίνω, αφού είσαι γερό, θα έπρεπε ήδη να έχεις ρίξει το σπόρο σου στη γη».

«Και γιατί να το κάνω αυτό;»

«Γιατί αυτός είναι ο νόμος της ζωής, έτσι γεννάει η μια ζωή την άλλη και γιατί μετά από αυτό θα έχεις μια ωραία παρέα», εξήγησε η Άνοιξη.

«Χα, γέλασε το δέντρο, μα εγώ δεν θέλω να γίνει έτσι, έχω άλλο σκοπό στη ζωή μου. Θέλω να ψηλώσω περισσότερο, θέλω να φτάσω τις κορφές».

«Άδικα κοπιάζεις, απάντησε η Άνοιξη υπομονετικά, αυτό δεν θα το καταφέρεις ποτέ».

«Μπα, έτσι λες , είπε το δέντρο με αναίδεια, θα το είχα ήδη καταφέρει αν εσύ ήξερες να κάνεις καλύτερα τη δουλειά σου,
θα έπρεπε να μένεις περισσότερο κοντά μου και να με βοηθάς.
Φέτος θα μείνεις εδώ, δεν θα σε αφήσω να φύγεις πριν γίνει αυτό που θέλω», είπε με πείσμα το δέντρο.

Η Άνοιξη ευαίσθητη και τρυφερή καθώς είναι, απογοητεύτηκε από τα λόγια του ανόητου δέντρου και πέταξε μακριά από το πέτρινο βουνό.

Το βουνό που άκουσε τη συζήτηση, θέλησε να το λογικέψει.
«Είσαι τόσο όμορφο, είπε στο δέντρο, κρίμα να είσαι ανόητο, κάνε αυτό που σε συμβούλεψε η Άνοιξη, έτσι θα βοηθήσεις να πραγματοποιηθεί και το δικό μου όνειρο.
Ονειρεύομαι να αποκτήσω καταπράσινες πλαγιές».
«Αυτό ξέχνα το, είμαι μοναδικό και θα παραμείνω μοναδικό, και ύστερα με ενδιαφέρει μόνο το δικό μου όνειρο και καθόλου το δικό σου», είπε με έπαρση το δέντρο.

Το βουνό έγινε πιο γκρίζο από τη στεναχώρια του που τόσο καιρό έτρεφε μάταιες ελπίδες. και δεν ξαναμίλησε ούτε ξαναβοήθησε το δέντρο.

Η φιλοδοξία του δέντρου διαδόθηκε στη γύρω περιοχή και στα χρόνια που ήρθαν, όλοι είχαν την περιέργεια να δουν τι θα συμβεί.

Οι Άνοιξες έμεναν όλο και λιγότερο στο πέτρινο βουνό και οι χειμώνες περιγελούσαν το δέντρο καθώς το έβλεπαν να χάνει τα λίγα καινούργια βλαστάρια που είχε αποκτήσει.

Πέρασε πολύς καιρός και το δέντρο από τη μεγάλη προσπάθεια να ρίξει μπόι όλο και αδυνάτιζε, όλο και χλώμιαζε.
Δεν ήταν πια το δυνατό όμορφο δεντρί που όλοι καμάρωναν και όλοι περίμεναν να απλωθεί και να αγκαλιάσει το βουνό.

Στο τέλος, βαρέθηκαν να ασχολούνται μαζί του, ξέχασαν και την περιέργειά τους και έμαθαν μόνο το νέο που τους είπε ο τελευταίος χειμώνας που πέρασε από το πέτρινο βουνό.

«Το βουνό είναι καλά και σας στέλνει χαιρετίσματα. Οι κορφές του είναι το ίδιο ψηλές και αγέρωχες. Το ανόητο δέντρο χάθηκε από την πλαγιά.
Είδα μόνον κάτι ξεραμένα ξύλα πεσμένα στη χαράδρα». 

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013

To λιοντάρι και το ποντίκι


Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς, ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιει μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια.

Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του πως κάτι το γαργαλούσε, σαν να περπατούσε κάποιος - πολύ ελαφρά είν' αλήθεια - πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει: ήταν ένα ποντίκι!

Θύμωσε τότε το ποντίκι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει.
Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
- Άφησέ με βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις.
Το λιοντάρι, που ήτανε πια χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει ούτε έναν ποντικό, γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
- Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις!
Κάποτε όμως το λιοντάρι έπεσε σ' ένα λάκκο - παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί, κι εκείνοι του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σκοινιά και το άφησαν για να πάνε στο χωριό τους να φέρουν κι άλλους ανθρώπους, να τους βοηθήσουν, για να το κουβαλήσουν, επειδή ήταν πολύ βαρύ.
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά.
Κατέβηκε τότε στο λάκκο, είδε το δεμένο λιοντάρι και το γνώρισε.
- Κάποτε μου χάρισες τη ζωή, του είπε. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω.
- Εσύ θα με ελευθερώσεις; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. Πώς είναι δυνατό;
- Τώρα θα δεις είπε το ποντίκι.
Κι άρχισε, με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά, που έδεναν τα πόδια του λιονταριού.
Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες, τα σκοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε, μ' ένα πήδημα, να βγει από το λάκκο - παγίδα.
Δεν έφυγε όμως αμέσως, γιατί περίμενε να σκαρφαλώσει και το ποντίκι απάνω, μια που κι αυτό δεν μπορούσε να βγει μ' ένα πήδημα.
-Σ' ευχαριστώ πολύ! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
-Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες, και κράτησα την υπόσχεσή μου, αποκρίθηκε το ποντίκι. Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύνατο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το βασιλιά των αγριμιών. 

Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως κι οι πιο αδύνατοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που τους κάνουν οι δυνατότεροί τους.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

10 συνήθειες για περισσότερη ευτυχία



1. Χαμογελάτε.

Μην περιμένετε από τους άλλους να χαμογελάσουν.  Κάντε το πρώτοι εσείς.
Όσο περισσότερο χαμογελάτε στους άλλους, τόσο πιο πολλοί θα σας επιστρέφουν τα χαμόγελα.  Και η ζωή είναι πολύ πιο ευχάριστη όταν όλοι γύρω σου είναι χαμογελαστοί.

2. Φανταστείτε ότι σήμερα πρόκειται να είναι υπέροχα.

Κάντε το, και θα γίνει.  Η έρευνα δείχνει ότι αν και νομίζουμε ότι ενεργούμε βάση των συναισθημάτων μας, πολλές φορές στην πραγματικότητα αισθανόμαστε όπως  πράττουμε . Η θετική στάση  οδηγεί σε θετικές εμπειρίες.

3. Εστιάστε στα καλά πράγματα γύρω σας.

Εκτιμείστε όλα τα καλά πράγματα στη ζωή σας, δεν έχει σημασία πόσο μικρά είναι. Έχετε ήδη κάποια εκπληκτικά πράγματα στη ζωή σας, είτε το συνειδητοποιείτε είτε όχι.
Οι περισσότεροι από μας έχουν υπέροχα μέλη στην οικογένειά τους, υπέροχους φίλους, άλλα και αγαπημένα πρόσωπα που μας ανταποδίδουν την αγάπη. Μάθετε να εκτιμάτε πόσο εκπληκτικό είναι αυτό. Οι περισσότεροι από μας έχουν καλή υγεία, το οποίο είναι ένα άλλο “δώρο’. Όλοι σχεδόν έχουμε καλή όραση, με την οποία μπορούμε να απολαύσουμε ένα καταπληκτικό ηλιοβασίλεμα, τη φύση αλλά και την ομορφιά γύρω μας. Όλοι σχεδόν έχουμε  έχουμε καλή ακοή, με την οποία μπορούμε να απολαύσουμε ωραία μουσική.
Να είστε ευγνώμονες για κάθε ένα από αυτά τα πράγματα, καθώς και για πολλά άλλα!  Βρείτε χρόνο κάθε μέρα, να ευχαριστήσετε τη ζωή για όλα αυτά που σας έχει δώσει, να ευχαριστήσετε τους άλλους για ότι σας δίνουν, να είστε ευγνώμονες.

4. Βάλτε τα δυνατά σας για να πετύχετε πράγματα.

Ο καθένας κατέχει μοναδικές προσωπικές δυνάμεις. Όλοι έχουμε διαφορετικά ταλέντα και ικανότητες. Ή συναισθηματική ευτυχία κατακτάται ακόμα περισσότερο, από εκείνους που χρησιμοποιούν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν και να πετύχουν στόχους.  Η κατάσταση της ολοκλήρωσης δημιουργεί πάντα μια αίσθηση επιτυχίας. Αν η ολοκλήρωση κάποιου στόχου βασίζεται αποκλειστικά στην προσωπική ικανότητά σας , η ψυχολογική ανταμοιβή είναι ανεκτίμητη.

5. Χρησιμοποιήστε τη φαντασία σας.

Τα παιδιά περνάνε όμορφα το χρόνο τους με απλά και ασήμαντα πράγματα χρησιμοποιώντας τη φαντασία τους.  Πώς γίνεται όταν γεννιόμαστε να γνωρίζουμε  πώς να απολαμβάνουμε τη ζωή, και όταν μεγαλώνουμε να ξεχνάμε  πώς να διασκεδάζουμε; Είναι σχεδόν σαν να παθαίνουμε αλτσχάιμερ στο θέμα αυτό, καθώς γερνάμε.
Η λύση;  Εξουδετερώστε τη διαδικασία της γήρανσης με την πλήρη δύναμη της φαντασίας σας. Προσπαθήστε να φανταστείτε κάτι που σας κάνει να χαμογελάτε, τουλάχιστον μία φορά την ημέρα.

6. Βοηθήστε κάποιον άλλο για λίγα λεπτά.

 Στη ζωή, παίρνετε ότι δίνετε. Όταν προκαλείτε θετική επίδραση στη ζωή κάποιου άλλου, μπορεί αυτό να έχει θετικό αντίκτυπο και στη δική σας.  Όσο περισσότερο βοηθάτε τους άλλους, τόσο περισσότερο θα θέλουν να σας βοηθήσουν. Η αγάπη και η καλοσύνη γεννούν αγάπη και καλοσύνη. Και ούτω καθεξής.

7. Περάστε το μεσημεριανό διάλειμμα με ένα στενό φίλο.

Βγείτε από το γραφείο, και ξοδέψτε 30 με 40 λεπτά για φαγητό και κοινωνικοποίηση με κάποιον που σας ενδιαφέρει. Θα διαπιστώσετε ότι το μυαλό σας φυσιολογικά θα αρχίσει να χαλαρώνει και θα αρχίσετε να αισθάνεστε περισσότερο ο εαυτό σας και πάλι.

8. Απαλλαγείτε από ένα άσχημο πράγμα κάθε ημέρα.

Έχουμε τόσο μεγάλη ακαταστασία γύρω μας ανά πάσα στιγμή (στο γραφείο, στα αυτοκίνητά μας, στα σπίτια μας) και έχουμε εξοικειωθεί με αυτό ώστε δεν παρατηρούμε πόσο μας επηρεάζει. Εάν ξεκινήσετε να καθαρίζετε λίγη από την εξωτερική ακαταστασία, η  εσωτερική ακαταστασία θα εξαφανιστεί .
Επιλέξτε ένα περιττό στοιχείο κάθε μέρα και απαλλαγείτε από αυτό. Είναι τόσο απλό.. Μπορεί να είναι δύσκολο στην αρχή, αλλά με τον χρόνο θα γίνεται ευκολότερο.

9. Αποφύγετε την αρνητικότητα και τους αρνητικούς ανθρώπους.

 Μην υποτιμάτε τον εαυτό σας και αποφύγετε τους ανθρώπους που προσπαθούν να σας μειώσουν. Είστε τόσο ικανοί όσο εσείς πιστεύετε ότι είστε. Πάντα θα υπάρχουν εμπόδια, αλλά αν κάνετε θετικές σκέψεις και ψάχνετε λύσεις, μπορείτε να πετύχετε αυτό που άλλοι ισχυρίζονται ότι είναι αδύνατο.

10. Απολαύστε τη κάθε στιγμή.

Αυτή η στιγμή είναι κομμάτι της ζωής σας.  Απολαύστε τη.
Ό, τι κι αν κάνετε, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, δώστε την ανάλογη προσοχή και  εκτιμήστε το.  Διαβάστε, γράψτε, συζητήστε με έναν συνάδελφο, κάντε ένα ντους, ανεβείτε τα σκαλιά, φάτε,πλύνετε τα πιάτα, σκουπίστε, κλπ. Αυτές οι μικρές στιγμές συνθέτουν ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας. Μπορούν να γίνουν απολαυστικές αν ανοίξετε τα μάτια και τα αυτιά σας, και δώσετε προσοχή σε αυτό που κάνετε.

Πηγή Αντικλείδι http://antikleidi.wordpress.com/

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Έμαθα ότι...





Έμαθα, ότι παίρνει χρόνια να οικοδομήσεις εμπιστοσύνη, και αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να την καταστρέψεις.

Έμαθα, ότι δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να είσαι άξιος να αγαπηθείς.

Έμαθα, ότι ανεξαρτήτως πόσο καλός φίλος είναι κάποιος, κάποιες φορές θα σε πληγώσει, και εσύ θα πρέπει να τον συγχωρήσεις.

Έμαθα, ότι δεν έχει σημασία τι έχεις στη ζωή σου, αυτό που μετράει είναι ποιους έχεις στη ζωή σου.

Έμαθα, ότι δεν πρέπει ποτέ να καταστρέφεις  μια συγγνώμη με μία δικαιολογία.

Έμαθα, ότι δεν πρέπει να συγκρίνεις τον εαυτό σου, με ότι καλύτερο μπορούν οι άλλοι να κάνουν.

Έμαθα, ότι αρκεί μια στιγμή για να κάνεις κάτι που θα σε στενοχωρεί όλη σου τη  ζωή.

Έμαθα, ότι χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνεις αυτός που θέλεις να είσαι.

Έμαθα, ότι θα πρέπει πάντα να αποχωρίζεσαι τα αγαπημένα πρόσωπα με λόγια αγάπης. Μπορεί να είναι η τελευταία φορά που τα βλέπεις.

Έμαθα, ότι είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που κάνουμε, δεν έχει σημασία το πώς αισθανόμαστε για αυτό που κάνουμε.

Έμαθα, ότι  είτε μπορείς να ελέγχεις τη συμπεριφορά σου είτε  θα σ` ελέγχει αυτή.

Έμαθα, ότι ανεξάρτητα από το πόσο θερμή είναι μια σχέση στην αρχή, το πάθος εξασθενίζει και πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο να πάρει τη θέση του.

Έμαθα, ότι ήρωες είναι αυτοί που κάνουν αυτό που πρέπει να γίνει, όταν χρειάζεται να γίνει, ανεξάρτητα από τις συνέπειες.

Έμαθα, ότι τα χρήματα είναι ένας άθλιος τρόπος να αξιολογείς την ζωή σου.

Έμαθα, ότι μερικές φορές οι άνθρωποι που περιμένεις να σε κλωτσήσουν όταν είσαι στα κάτω σου, είναι αυτοί που θα σε βοηθήσουν να πάρεις τα πάνω σου.

Έμαθα, ότι  όταν είμαι θυμωμένος έχω το δικαίωμα να το δείχνω, αλλά αυτό δεν μου δίνει το δικαίωμα να γίνομαι σκληρός με τους άλλους.

Έμαθα, ότι η αληθινή φιλία διατηρείται ακόμα και όταν υπάρχει μεγάλη απόσταση. Το ίδιο ισχύει και για την αληθινή αγάπη.

Έμαθα, ότι μόνο και μόνο επειδή κάποιος δεν σε αγαπάει με τον τρόπο που θέλεις, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπάει όσο περισσότερο μπορεί.

Έμαθα, ότι η ωριμότητα σχετίζεται περισσότερο με τις εμπειρίες που είχες καθώς και από τι έχεις μάθει από αυτές,  και λιγότερο από το πόσα γενέθλια γιόρτασες.

Έμαθα, ότι δεν πρέπει ποτέ να λες σ` ένα παιδί ότι τα όνειρά του είναι  εξωπραγματικά. Τι τραγωδία θα ήταν αν σε πίστευε.

Έμαθα, ότι δεν είναι πάντα αρκετό να σε συγχωρέσουν οι άλλοι. Αρκετές φορές πρέπει να μπορούμε να συγχωρούμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Έμαθα, ότι δεν έχει σημασία πόσο άσχημα ράγισε η καρδιά σου, η ζωή  δεν σταματά για να ξεπεράσεις τη θλίψη σου.

Έμαθα, ότι οι περιστάσεις και οι συνθήκες μπορεί να έχουν επηρεάσει το ποιοι είμαστε, όμως είμαστε υπεύθυνοι για αυτό που έχουμε γίνει.

Έμαθα, ότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει τα περισσότερα, αλλά αυτός που χρειάζεται τα λιγότερα.

Έμαθα, ότι μόνο και μόνο επειδή δύο άτομα μαλώνουν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπούν ο ένας τον άλλο. Ισχύει και το αντίθετο, επειδή δεν μαλώνουν δεν σημαίνει ότι αγαπούν ο ένας τον άλλο.

Έμαθα, ότι δεν πρέπει να είμαστε τόσο πρόθυμοι να μάθουμε ένα μυστικό. Θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας για πάντα.

Έμαθα, ότι δύο άνθρωποι μπορούν να κοιτούν ακριβώς το ίδιο πράγμα και να βλέπουν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Έμαθα, ότι τα διαπιστευτήρια στον τοίχο, δεν σε κάνουν αξιοπρεπή άνθρωπο.

Έμαθα, ότι οι άλλοι θα ξεχάσουν τι τους είπες,  θα ξεχάσουν τι τους έκανες, αλλά  δεν θα ξεχάσουν ποτέ πώς τους έκανες να αισθάνονται.

Omer B. Washington