Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Ακατόρθωτο;

''Στην Ελλάδα βλέπουμε μόνο τη δυσάρεστη και την αδύνατη πλευρά κάθε πράγματος. Όλοι ξέρουν το τι δε γίνεται και, ικανοποιημένοι με την απαισιόδοξη γνώμη τους, κατηγορούν κάθε άνθρωπο που έχει δράση και προσπαθεί να κάνει κάτι τι.
Υπάρχουν και οι τρελοί που παίρνουν στα σοβαρά την Ελλάδα και αγνοούν τις απαισιόδοξες γνώμες και φτάνουν στο αδύνατο και στο ακατόρθωτο, χάνοντας την εκτίμηση των απαισιόδοξων και αυτών που γνωρίζουν τα πάντα.''

Γ. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ "ΛΙΘΟΝ ΟΝ ΑΠΕΔΟΚΙΜΑΣΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΥΝΤΕΣ" Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Oτι σπέρνεις θερίζεις...

Μια φορά κι έναν καιρό, αφού αρέσουν σε όλους μας τα παραμύθια που αντανακλούν την όποια αλήθεια τους στη ζωή, ήταν ένας ώριμος άντρας που παντρεύτηκε μια ώριμη κι όμορφη γυναίκα, στην πιο όμορφη ακόμα, πόλη τους.
Την παντρεύτηκε στα γρήγορα χωρίς να εξετάσει και πολλά -πολλά, επειδή του άρεσε πολύ σαν γυναίκα, και πλανεύτηκε από τα γλυκά της μάτια, χωρίς να την έχει γνωρίσει πρωτύτερα, αλλά με τη βεβαιότητα ότι η εξωτερική ομορφιά της αντανακλούσε και την εσωτερική.
Ο πρώτος καιρός κύλησε γλυκά, μέσα στα μέλια και τις τρυφερότητες του Υμέναιου με γέλια και χαρές και γλέντια. Όταν ήρθε η ώρα της συνεννόησης και της επικοινωνίας του ζευγαριού, της βαθύτερης γνωριμίας τους, των σχέσεών τους που μόλις άρχιζαν μέσα στο γάμο, των συζητήσεών τους και των αποφάσεων για τα σχέδιά τους στο τώρα και στο μέλλον, αλλά και στις απλές κουβέντες τους κάτω απ’ την κληματαριά με το καφέ και τα κουλουράκια, ο άντρας άρχισε να αισθάνεται παράξενα και να καταλαβαίνει κάποια πράγματα , που πριν δεν είχε ούτε υπολογίσει αλλά ούτε και φανταστεί.
Είχε την εντύπωση πως η γυναίκα του, δεν είχε ανοιχτή την καρδιά της για να φανερώνει τις προθέσεις και τη σκέψη της, αλλά περίμενε εκείνον που ήταν ανοιχτός και ανοχύρωτος να πει όσα ήθελε, να τα επεξεργαστεί και να τα αξιοποιήσει κατά τη δική της θέληση, χωρίς ποτέ να δεσμευτεί για την άποψη τη δική της. Σιγά-σιγά αποκάλυπτε ο άντρας, που απλά και άμεσα μιλούσε για όλα, πως η γυναίκα του είχε μια τακτική καπατσοσύνης εμπόρου, που ήθελε όλα να τα εκμεταλλεύεται να τα «τακτοποιεί» και να επιβάλλει το δικό της.
Όταν έκανε λάθη και τα γεγονότα την στρίμωχναν μέσα από τη συζήτηση με τον άντρα της να τα παραδεχθεί, εκείνη όχι μόνο απέφευγε να δει και να παραδεχθεί τα λάθη της για να απαλυνθεί η οικογενειακή ατμόσφαιρα, αλλά έβρισκε κάτι ανώδυνο γι αυτήν μέσα από τη συζήτηση, για να στρέψει αλλού την κουβέντα και έτσι να αποφύγει να σταθεί μπροστά στα λάθη της. Ο άντρας, τής έλεγε συχνά, πώς όποιος παραδέχεται τα λάθη του και μαθαίνει απ’ αυτά, στέκεται πιο ψηλά σαν άνθρωπος. Εκείνη όμως, όρθωνε ένα τείχος για να κρύψει τον μέσα εαυτό της και παράλληλα ήθελε να τα έχει όλα ανοιχτά και ξεκάθαρα από τον άντρα της, για να τα διαχειρίζεται αυξάνοντας την εξουσία της, που ήταν περιττή με τέτοιον άντρα. Στις επίμονες συζητήσεις τους για ένα θέμα, όπου ο ένας προσπαθούσε να δείξει την αλήθεια του στον άλλον, εκείνη, όταν δεν είχε πιθανότητες να επιβάλλει το δικό της, άλλαζε τακτική. Έκανε προκλητικά το άσπρο μαύρο και είχε αστείρευτες αντοχές να ανακυκλώνει άσχετα με το θέμα πράγματα, να συζητάει μέχρι το πρωί, ποντάροντας στην κόπωση του άντρα. Ο άντρας απογοητευμένος πια, αναρωτιόταν γιατί ήταν απαραίτητα όλα αυτά, αφού η συνεννόηση μπορούσε να είναι απλή και άμεση. Γιατί γίνονταν όλα τόσο δύσκολα, αφού η ευκολία της επικοινωνίας και της συνύπαρξής τους ήταν μπροστά τους. Ήλπιζε όμως ότι ο χρόνος κάτι θα καλυτέρευε. Κάτι θα απάλυνε για να κάνει πιο υποφερτή τη ζωή τους.
Όμως, στο διάβα του χρόνου, ο άντρας έπρεπε να μάθει να δέχεται το ψέμα για αλήθεια και την αλήθεια για ψέμα. Να δέχεται ό,τι ήθελε η γυναίκα του να επιβάλλει, ακόμα και το πιο παράλογο. Σκέφτονταν: Ακόμα κι αν είχε από την πρότερη ζωή της λόγους, να συμπεριφέρεται έτσι, τώρα δεν έχει πια αφού εγώ είμαι ανοιχτός άνθρωπος και διόλου ανταγωνιστικός. Η ανάγκη του να βρίσκει η κουβέντα τους διέξοδο και συμπέρασμα λογικό, χωρίς όμως να γίνεται πραγματικότητα κάτι τέτοιο, τον είχε ρίξει σε βαθιά θλίψη.
Η αφορμή, της αρχής του τέλους της οικογενειακής τους ζωής, αφού οι αιτίες είχαν πια συσσωρευτεί, ήταν το παρακάτω περιστατικό:
Ένα πρωινό της είπε: Πάω ν΄αγοράσω δυο καινούρια δρεπάνια να θερίσω τα στάχια, γιατί τα παλιά χάλασαν. Μα τα στάχια με το ψαλίδι τα θερίζουν, του είπε η γυναίκα. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του. Ταράχτηκε μα έδωσε τόπο στην οργή και κίνησε για την αγορά. Το βράδυ της είπε πάλι: Πήρα τα δρεπάνια για να θερίσω. Έκανες πολύ άσχημα του είπε εκείνη. Σου είπα ότι με το ψαλίδι θερίζουν και ψαλίδι έχουμε. Ο άντρας έξαλλος, την άρπαξε και την κλείδωσε στην αποθήκη με το σανό. Την άλλη μέρα το πρωί της άνοιξε και την ρώτησε: Με τι θερίζουμε τα στάχια; Με το ψαλίδι, απάντησε εκείνη. Τα μάτια του θόλωσαν αλλά δεν απάντησε. Το μεσημέρι, την έβαλε πάνω στο άλογο και την πήγε στη θάλασσα. Την έριξε μέσα και ήταν έτοιμος να βουτήξει και κείνος να τη βγάλει αν του έδειχνε πως άλλαξε γνώμη. Η γυναίκα όμως που δεν ήξερε να κολυμπά, ενώ βυθιζόταν και πνιγόταν, πρόλαβε να βγάλει το χέρι πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και ανοιγοκλείνοντας τα δυο δάχτυλα, του έδειξε ότι θερίζουν με το ψαλίδι….

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ο Θρύλος του Σκιάχτρου





Η ιστορία ενός… διαφορετικού σκιάχτρου που ήθελε να αποκτήσει φίλους.




Η πλούσια εκφραστικότητα του σκιάχτρου με το κεφάλι κολοκύθας και ο συναισθηματικός τόνος της αφήγησης που το συνοδεύει, κάνουν το φιλμάκι του Marco Besas “O θρύλος του σκιάχτρου” να αγγίζει ευαίσθητες χορδές...




Το πολυβραβευμένο αυτό animation είχε μεταξύ άλλων, προταθεί για Oscar το 2005.



Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Μίμηση







Η μίμηση αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες της ανάπτυξης και της εξέλιξης της προσωπικότητας του παιδιού.
Τα παιδιά μιμούνται τις πράξεις των ανθρώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον γι' αυτά.
Το παρακάτω  βίντεο είναι αντιπροσωπευτικό...

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Μείζων δε τούτων η αγάπη

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.
Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἐαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.
Ἡ άγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει· εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται. ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθη τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμουν· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ έπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην.
νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ άγάπη.

Εάν υποθέσουμε ότι ομιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμη και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη, οι λόγοι μου ακούονται ως χάλκινος κώδωνας ή αλαλαγμός κυμβάλου. Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και κατέχω όλα τα μυστήρια του Θεού και όλη τη γνώση, και εάν ακόμη έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ όρη, δεν έχω όμως αγάπη, δεν είμαι τίποτε. Και εάν διαθέσω τα υπάρχοντά μου στους πτωχούς, και εάν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι σε τίποτε από αυτές τις θυσίες.
Εκείνος ο οποίος αγαπάει είναι μακρόθυμος κι ανεκτικός, είναι καλωσυνάτος, ευργετικός και ωφέλιμος, δε ζηλοφθονεί, δεν υπερηφανεύεται, δεν φέρεται με αλαζονεία και προπέτεια, δεν πράττει άσχημα, δε ζητεί τα δικά του συμφέροντα, δε ερεθίζεται από θυμό και οργή, δε σκέπτεται ποτέ κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν. Δεν χαίρεται όταν βλέπει να γίνεται αδικία, χαίρεται όμως όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί. Η αγάπη τα πάντα ανέχεται, στα πάντα εμπιστεύεται, για πάντα ελπίζει, τα πάντα υπομένει.
Η αγάπη ποτέ δεν εκπίπτει αλλά μένει πάντοτε ισχυρή: τα χαρίσματα είτε είναι προφητείες θα καταργηθούν, είτε είναι ξένες γλώσσες θα παύσουν, είτε είναι γνώση θα καταργηθεί και αυτή. Διότι τώρα εν μέρει και όχι τέλεια γνωρίζουμε και προφητεύουμε, όταν όμως έλθει το τέλειον, τότε το μερικό και ατελές θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, ως νήπιο μιλούσα, ως νήπιο σκεπτόμουν, ως νήπιο συλλογιζόμουν. Όταν όμως έγινα άνδρας, κατήργησα πλέον εκείνα τα νηπιώδη. Διότι τώρα βλέπομε όπως σε ένα κάτοπτρο θαμπά και μας μένουν ανεξήγητα αινίγματα. Όταν όμως έλθει το τέλειο, θα ιδούμε φανερά και καθαρά, όπως πρόσωπο με πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνον ένα μέρος της αλήθειας, τότε όμως θα λάβω τόσο τέλεια γνώση, όσο με γνωρίζει ο Παντογνώστης.
Αυτά θα γίνουν, τώρα δε μένουν η πίστις, η ελπίς, η αγάπη, αυτά τα τρία: μεγαλύτερη δε από αυτά είναι η αγάπη.
 
Προς Κορινθίους Α 13

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Φόβος

Ήταν κάποτε ένας γιατρός.
Μια μέρα φεύγοντας από την πόλη που έμενε για να πάει σε μια άλλη γειτονική όπου είχε δουλειά, συνάντησε την πανούκλα που έμπαινε. Σταμάτησε και την ρώτησε:
«Πάλι εδώ; Τι ήρθες να κάνεις;»
Και η πανούκλα απάντησε: «Είναι η σειρά μου».
«Πόσους θα πάρεις αυτή τη φορά;» ρώτησε ο γιατρός.
«Λίγους, γύρω στους χίλιους», απάντησε η πανούκλα.
Μετά από μια εβδομάδα ο γιατρός (έχοντας ενημερωθεί εν τω μεταξύ για την κατάσταση στην πόλη του) επέστρεψε, και στην είσοδο της πόλης αντάμωσε την πανούκλα που έφευγε
«Μου είπες ψέματα», της είπε. «Είχες πει ότι θα πάρεις κάπου χίλιους και τελικά πέθαναν πέντε χιλιάδες».
Κι εκείνη απάντησε: «Δεν είπα ψέματα. Εγώ πήρα χίλιους. Τους υπόλοιπους τους σκότωσε το άγχος και ο φόβος».


Όπως λέει ο Όσσο :
«Άκου πάντα το κάλεσμα του αγνώστου και αφέσου να βρίσκεσαι πάντα σε κίνηση. Ποτέ μη προσπαθείς να αγκιστρωθείς από κάπου.
Το να αγκιστρωθείς σημαίνει να πεθάνεις. Είναι ένας πρώιμος θάνατος»
Λίγη αίσθηση του χιούμορ, λίγο γέλιο, αθωότητα παιδιού- και τι έχεις να χάσεις; Προς τι ο φόβος ;
Τίποτα δεν έχουμε. Έχουμε έρθει χωρίς τίποτα, Χωρίς τίποτα θα φύγουμε.

Ο Σενέκας, διάσημος Ρωμαίος Στωικός φιλόσοφος είπε:

Timendi causa est nescire. που σημαίνει: η αιτία του φόβου είναι η άγνοια.
Ποια άγνοια; Η άγνοια ότι τα πάντα συμβαίνουν στη ζωή μας για ένα μοναδικό λόγο. Για να μας αφυπνίσουν από το λήθαργό μας.
Για να πονέσουμε, έτσι ώστε μέσα από τον πόνο να αναγκαστούμε να φέρουμε στην επιφάνεια την αληθινή μας φύση. Η άγνοια ότι το δράμα της ζωής μας είναι τέλειο.

Και όπως πρόσφατα μου είπε ένας καλός φίλος και δάσκαλος :
Στο τέλος όλα θα είναι καλά. Κι αν δεν είναι όλα καλά θα σημαίνει πως το τέλος δεν ήρθε ακόμη....

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Οι Τέσσερις Δράκοι




     Μια φορά κι ένα καιρό δεν υπήρχαν ούτε ποτάμια, ούτε λίμνες πάνω στη γη, αλλά μόνο η Ανατολική Θάλασσα όπου ζούσαν τέσσερις δράκοι: ο Μακρύς Δράκος, ο Κίτρινος Δράκος, ο Μαύρος Δράκος και ο Μαργαριταρένιος Δράκος.
     Μια μέρα οι τέσσερις δράκοι πετούσαν στον ουρανό και κατευθύνονταν προς τη στεριά. Ανέβαιναν πολύ ψηλά, έκαναν βουτιές στον αέρα και έπαιζαν κρυφτό μέσα στα σύννεφα.
     <<Ελάτε εδώ γρήγορα!!!>> φώναξε ξαφνικά ο Μαργαριταρένιος Δράκος.
     <<Τι συμβαίνει;>> ρώτησαν οι άλλοι τρεις κοιτάζοντας κάτω, προς τα εκεί που τους έδειξε ο Μαργαριταρένιος Δράκος. Κάτω στη γη αντίκρισαν ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που έκαιγαν λιβάνια κι έκαναν προσφορές με φρούτα και γλυκίσματα. Όλοι τους προσεύχονταν! Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά και ένα κοκαλιάρικο αγοράκι στην πλάτη της ήταν γονατισμένη στο έδαφος και μουρμούριζε:
     <<Σε παρακαλώ, Ουράνιε Πατέρα, στείλε μας γρήγορα βροχή για να μπορέσουμε να δώσουμε λίγο ρύζι στα παιδιά μας>>.
     Η αλήθεια ήταν πως είχε να βρέξει πάρα πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν μαραθεί, το χορτάρι και τα λιβάδια είχαν κιτρινίσει από τον καυτό ήλιο.
     <<Πόσο φτωχοί είναι αυτοί οι άνθρωποι!>> είπε ο Κίτρινος Δράκος. <<Κι αν δεν βρέξει, σύντομα κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα>>.
     Ο Μακρύς Δράκος κούνησε το κεφάλι του. Μετά είπε: <<Aς πάμε στον Αυτοκράτορα Σεπτό του Αχάτη να τον παρακαλέσουμε να βρέξει>>.
     Και λέγοντας αυτό πέταξε στα σύννεφα. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν κι άρχισαν να πετούν όλοι μαζί προς το Ουράνιο Παλάτι.
     Ο Αυτοκράτορας Σεπτός του Αχάτη που ήταν υπεύθυνος για όλα όσα συνέβαιναν στον ουρανό, στη γη και στη θάλασσα, ήταν πανίσχυρος. Και δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος όταν είδε τους δράκους να πετούν βιαστικά προς το μέρος του.
     <<Γιατί έρχεστε εδώ αντί να βρίσκεστε κοντά στη θάλασσα και να συμπεριφέρεστε όπως πρέπει;>> τους ρώτησε.
Ο Μακρύς Δράκος έκανε ένα βήμα μπροστά και είπε:
     <<Οι σοδειές στη γη έχουν ξεραθεί και χάνονται, Μεγαλειότατε. Σε παρακαλώ να ρίξεις όσο γίνετε πιο γρήγορα βροχή στον κόσμο>>.
     Ο Αυτοκράτορας, που εκείνη την ώρα απολάμβανε το τραγούδι των νεράιδων, προσποιήθηκε ότι συμφώνησε μαζί του.
     <<Εντάξει. Πηγαίνετε πίσω κι εγώ θα στείλω αύριο μια βροχή>>.
     <<Ευχαριστούμε, Μεγαλειότατε!>> είπαν οι τέσσερις Δράκοι με μια φωνή και γύρισαν πίσω ευτυχισμένοι.
     Αλλά πέρασαν δέκα ολόκληρες μέρες χωρίς να πέσει ούτε μια σταγόνα βροχής στη γη.
     Οι άνθρωποι υπέφεραν, κάποιοι άρχισαν να τρώνε φλούδες δέντρων, κάποιοι έτρωγαν τις ρίζες από τα χόρτα και κάποιοι άλλοι αναγκάζονταν να τρώνε χώμα επειδή δεν εύρισκαν ούτε φλούδες δέντρων, ούτε χορτάρια.
     Βλέποντας αυτή την κατάσταση οι τέσσερις Δράκοι λυπήθηκαν πολύ, γιατί ήξεραν ότι ο Αυτοκράτορας ενδιαφερόταν περισσότερο για τις απολαύσεις του παρά για εκείνους τους ανθρώπους. Έτσι έπρεπε να βασιστούν μόνο στον εαυτό τους για να γλιτώσουν τους ανθρώπους από τα βάσανα τους. Αλλά πως;
     Κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα, ο Μακρύς Δράκος δήλωσε στους άλους τρεις πως είχε μια ιδέα.
     <<Τι είναι; Πες το γρήγορα!>> απαίτησαν να μάθουν οι άλλοι.
     <<Κοιτάξτε. Δεν νομίζετε κι έσεις πως η θάλασσα έχει πάρα πολύ νερό; Θα το πετάξουμε στον ουρανό και αυτό θα πέσει στη γη σαν βροχή και θα σώσει τους ανθρώπους και τι σοδιές τους>>.
     <<Καλή ιδέα!>> είπαν οι άλλοι χειροκροτώντας.
     <<Αλλά>> είπε ο Μακρύς Δράκος μετά από πολύ σκέψη <<πρέπει να ξέρετε ότι θα κατηγορηθούμε αν ο Αυτοκράτορας μάθει για αυτό>>.
     <<Θα κάνω οτιδήποτε για να σώσωτους ανθρώπους >>. Είπε ο Κίτρινος Δράκος αποφασιστικά.
     <<Ας αρχίσουμε. Και δεν πρόκειται να μετανιώσουμε ποτέ>>. Φώναξαν ο Μαύρος και ο Μαργαριταρένιος Δράκος, που ήθελαν κι αυτοί να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
     Κατευθύνθηκαν προς την θάλασσα, μάζεψαν νερό στο στόμα τους και πέταξαν ψηλά στον ουρανό για να το ρίξουν στη γη. Οι τέσσερις Δράκοι έκαναν το δρομολόγιο αυτό πολλές φορές. Σε λίγο το θαλασσινό νερό άρχισε να πέφτει στη γη σαν βροχή.
     <<Βρέχει! Βρέχει!>>
     <<Οι σοδιές θα σωθούν!>>
     Οι άνθρωποι άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε από τη χαρά τους. Το σιτάρι άρχισε να σηκώνετε από το έδαφος και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
     Όταν ο θεός της θάλασσας το είδε αυτό ειδοποίησε τον αυτοκράτορα.
     <<Πως τολμούν οι τέσσερις Δράκοι να φέρνουν βροχή χωρίς την έγκριση μου!>> είπε ο Αυτοκράτορας και διέταξε τους ουράνιους στρατηγούς του και τα στρατεύματα τους να τουςσυλλάβουν. Οι τέσσερις Δράκοι που ήταν πολύ λίγοι να αντισταθούν απέναντι σε τόσο στρατό, αιχμαλωτίστηκαν πολύ γρήγορα και οδηγήθηκαν στο ουράνιο παλάτι.
     <<Πήγαινε και φέρε μου τέσσερα βουνά για να τους πλακώσουμε, έτσι ώστε να μην μπορούν πια να ξεφύγουν!>> διέταξε ο Αυτοκράτορας τον θεό των βουνών.
     Ο θεός των βουνών χρησιμοποίησε την μαγική του δύναμη, κάλεσε τον άνεμο και τα τέσσερα βουνά έφτασαν πετώντας και τους πλάκωσαν και τους τέσσερις.
     Αλλά και μέσα στη φυλακή τους οι τέσσερις Δράκοι ποτέ δεν μετάνιωσαν για την πράξη τους. Κι επειδή ήταν αποφασισμένοι να φέρονται για πάντα καλά στους ανθρώπους, μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις ποταμούς που κατέβαιναν από τα ψηλά βουνά και διέσχιζαν την χώρα, για να μην έχουν πια ανάγκη οι άνθρωποι μόνο τις βροχές. Ο Χειλονγκτζιάν, ο Μαύρος Δράκος στο μακρινό Βορρά, ο Χουανγκέ, ο Κίτρινος Δράκος στην κεντρική Κίνα, ο Τσάνγκγιανγκ (που λέγεται και Γιανγκτζέ, ή μακρύ ποτάμι) νοτιότερα και ο Ζουγιάνγκ ο Μαργαριταρένιος Δράκος στις εσχατιές του Νότου..

Κινέζικο Παραμύθι

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Άγνωστοι συμβολισμοί σε γνωστά παραμύθια


Για κοιτάξτε προσεκτικότερα πίσω από τη ζαχαρωμένη εικόνα των παραμυθιών. Τι κρύβεται πίσω από το βλέμμα της κακιάς μάγισσας, τι ψιθυρίζουν τα φύλλα του στοιχειωμένου δάσους και τελικά είναι άραγε η Χιονάτη τόσο αθώα όσο φαίνεται;

«Μια φορά και έναν καιρό ,στο καταχείμωνο, ενώ οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν σαν πούπουλα, μια βασίλισσα καθόταν σε ένα παράθυρο που η κορνίζα του ήταν από μαύρο έβενο. Και καθώς κεντούσε κοιτάζοντας το χιόνι, τρύπησε το δάχτυλό της με τη βελόνα και τρεις σταγόνες αίμα έπεσαν πάνω στο χιόνι. Τότε η βασίλισσα σκέφτηκε: ...Πόσο θα ήθελα να είχα ένα παιδί με δέρμα άσπρο σαν το χιόνι, μάγουλα κόκκινα σαν το αίμα και μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο...» 
 
Έτσι ξεκινά το παραμύθι της Χιονάτης και από την πρώτη κιόλας στιγμή πλήθος συμβολισμών εμφανίζονται, παρ’ όλο που εμείς δεν τους αντιλαμβανόμαστε. Οι ενήλικες έχουν την τάση να παίρνουν στην κυριολεξία τα πράγματα που λέγονται στα παραμύθια, ενώ θα έπρεπε να τα βλέπουν ως συμβολικές αποδόσεις ζωτικών εμπειριών της ζωής, σύμφωνα με ψυχαναλυτές όπως ο π.χ. ο Μπρούνο Μπέτελχαϊμ. Τα παιδιά όμως καταλαβαίνουν τα σύμβολα διαισθητικά και εξάγουν τα δικά τους συμπεράσματα.

Πίσω από την ποιητική του αφήγηση και τις γοητευτικές τους εικόνες τα παραμύθια μπορούν να φανούν χρήσιμα βγάζοντας τα παιδιά από τις δύσκολες συναισθηματικές καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Οι αγωνίες και οι φόβοι τους καθησυχάζουν χωρίς να διερευνώνται κάτω από το σκληρό φως μιας λογικής που τα ξεπερνά. Ο Φρόιντ δίδαξε ότι μονάχα παλεύοντας εναντίον δυνάμεων που φαίνονται συντριπτικά υπέρτερες μπορεί ο άνθρωπος να αντλήσει νόημα από την ύπαρξή του. Τα παραμύθια κατορθώνουν να μεταδώσουν αυτό ακριβώς το νόημα χρησιμοποιώντας έναν κώδικα συμβόλων που υποσυνείδητα γίνονται κατανοητά από τα παιδιά.

Ίσως η ψυχανάλυση να μην είναι ο μοναδικός δρόμος για να κατανοήσουμε τον κόσμο των παραμυθιών. Όπως συμβαίνει με κάθε έργο τέχνης, ένα παραμύθι διαθέτει τόσα επίπεδα που υπερβαίνει και την πιο εξονυχιστική ανάλυση.

Η ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ
Η ιστορία:
Η μητριά και οι αδελφές της Σταχτοπούτας την αναγκάζουν να καθαρίζει τις στάχτες του σπιτιού. Όταν ο βασιλιάς δίνει μία δεξίωση χορού, μια νεράιδα εμφανίζεται και τη βοηθά να αποκτήσει ωραία ρούχα και άμαξα. Το γοβάκι που θα χάσει στον χορό θα οδηγήσει τον πρίγκιπα κοντά της.
Τι σημαίνει:
Κανένα άλλο παραμύθι δεν αποδίδει τόσο καλά όσο η Σταχτοπούτα τις εσωτερικές εμπειρίες του μικρού παιδιού που γνωρίζει τις αγωνίες της αδελφικής αντιζηλίας.
Στάχτες:
Η Σταχτοπούτα ζει σκουπίζοντας τις στάχτες ενθαρρύνει το παιδί στην πεποίθηση ότι το να κατοικεί σε ταπεινά μέρη δεν θα το εμποδίσει να προοδεύσει στη ζωή του. Οι στάχτες συμβολίζουν και το πένθος της για τη νεκρή μητέρα της. Το πένθος είναι αναγκαίο ως προσωρινή κατάσταση, αλλά για την επιβίωση πρέπει να μετατραπεί σε μια θετική στάση ζωής.
Η νεραϊδονονά:
Συμβολίζει τα συναισθήματα και τις ψυχικές διεργασίες της Σταχτοπούτας. Η νεράιδα της ζητεί να εκτελέσει μία σειρά από καθήκοντα προτού τη στείλει στο χορό. Της λέει να φέρει μια κολοκύθα από τον κήπο, να ανοίξει μία ποντικοπαγίδα και να βρει έξι σαύρες. Αυτό που καταλαβαίνει το παιδί που ακούει το παραμύθι είναι ότι μπορεί με τις δικές του ενέργειες να βελτιώσει τη ζωή του.
Το γοβάκι:
Στις πρώτες παραλλαγές της Σταχτοπούτας το γοβάκι ήταν φτιαγμένο από γούνα (vair) ενώ αργότερα ο Περό αντικατέστησε τη λέξη με μια ομόηχή της που σημαίνει γυαλί (verre). Το γοβάκι υποδηλώνει τη θηλυκότητα, ίσως και το ίδιο το γυναικείο σεξουαλικό όργανο. Η τελετουργία με τον πρίγκιπα που της φορά το γοβάκι θυμίζει αρραβώνα.
Ο χορός:
Η Σταχτοπούτα πηγαίνει τρεις φορές στον χορό του βασιλιά. Η επανάληψη των επισκέψεων συμβολίζει της αμφιθυμία του νεαρού κοριτσιού που θέλει να δεσμευτεί ερωτικά και ταυτόχρονα φοβάται να το κάνει.
Ο πρίγκιπας:
Το παιδί ακούγοντας το παραμύθι μαθαίνει ότι για να κερδίσει το βασίλειο του (μέσω ενός γάμου με τον πρίγκιπα) πρέπει να είναι έτοιμο να υποστεί για ένα διάστημα μαι ζωή γεμάτη δυσκολίες όπως η Σταχτοπούτα. Δεν θα πρέπει όμως μόνο να υπομένει τις δοκιμασίες αλλά και αν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες.

Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ
Η ιστορία:
Η Κοκκινοσκουφίτσα πηγαίνει να δει την άρρωστη γιαγιά της όταν συναντά έναν λύκο στο δάσος. Ο λύκος πηγαίνει πρώτος στην γιαγιά, την τρώει και ύστερα, παίρνοντας τη θέση της, τρώει και την κοκκινοσκουφίτσα ώσπου ένας κυνηγός έρχεται και τις βγάζει και τις δύο από την κοιλιά του λύκου.
Τι σημαίνει:
Η απειλή καταβροχθισμού είναι το κεντρικό θέμα της Κοκκινοσκουφίτσας. Το παραμύθι υποδηλώνει ότι το να εμπιστευόμαστε οποιονδήποτε είναι σαν να αφηνόμαστε να πέσουμε σε παγίδες. Όσα ελκυστική και αν είναι η αθωότητα, είναι επικίνδυνο για κάποιον να παραμείνει αφελής σε όλη του τη ζωή.
Λύκος:
Ο λύκος αντιπροσωπεύει όλες τις ζωώδεις τάσεις μέσα μας. Αν δεν υπήρχε κάτι μέσα στην Κοκκινοσκουφίτσα που να την κάνει να συμπαθεί τον μεγάλο κακό λύκο, τότε αυτός δεν θα είχε καμία εξουσία. Όταν η Κοκκινοσκουφίτσα φτάνει στο σπίτι της γιαγιάς της αναστατώνεται αλλά δεν κάνει καμία κίνηση να φύγει. Στέκεται σαν μαγεμένη. Είναι το ίδιο μάγεμα που ασκεί στο μυαλό του παιδιού το σεξ.
Χρώμα:
Το κόκκινα είναι το χρώμα που συμβολίζει τα σεξουαλικά ένστικτα. Ο κίνδυνος για την κοκκινοσκουφίτσα είναι η σεξουαλικότητά της που ξεκινά τώρα, για την οποία όμως δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμη συναισθηματικά. Ακριβώς επειδή είναι ανώριμη πιστεύει ότι ο μοναδικός τρόπος για να κερδίσει σε μία ερωτική σχέση είναι να απαλλαγεί από τις ανταγωνίστριες. Γι αυτό και η Κοκκινοσκουφίτσα δίνει οδηγίες στον λύκο για να πάει στο σπίτι της γιαγιάς.
Ο κυνηγός:
Ο κυνηγός βγάζει την Κοκκινοσκουφίτσα από την κοιλιά του λύκου με μια πράξη που μοιάζει με καισαρική τομή. Έτσι συμφιλιώνει το παιδί με την ιδέα της εγκυμοσύνης και της γέννας.
Η κατάποση:
Το παιδί γνωρίζει διαισθητικά ότι όταν ο λύκος καταπίνει την κοκκινοσκουφίτσα, δεν τελειώνει η ιστορία. Καταλαβαίνει ότι η Κοκκινοσκουφίτσα «πέθανε» ως αφελές κορίτσι για να «αναγεννηθεί» αργότερα ως ωριμότερο κορίτσι.
Γιαγιά:
Οι γιαγιάδες και οι παππούδες πρέπει να φροντίζουν και να προστατεύουν τα παιδιά. Αφού η γιαγιά αποτυγχάνει να το κάνει αυτό, τιμωρείται στο παραμύθι με το ότι την τρώει προσωρινά ο λύκος.

Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ
Η ιστορία
Ένας πατέρας κόβει τριαντάφυλλα από τον κήπο του τέρατος και εκείνο του ζητάει για αντάλλαγμα να του στείλει στο παλάτι την κόρη του. Η κοπέλα θα είναι δυστυχισμένη αλλά στο τέλος θα αγαπήσει το τέρας και θα παραμείνει κοντά του με τη θέλησή της. Τότε το τέρας θα μεταμορφωθεί σε ένα ωραίο βασιλόπουλο.
Τι σημαίνει:
Το παραμύθι δίνει στο παιδί τη δυνατότητα να κατανοήσει ότι, ενώ η ερωτική σχέση με το άλλο φύλο μπορεί να μοιάζει αρχικά τερατόμορφη, στην πραγματικότητα μπορεί όταν συνοδεύεται από αγάπη να είναι κάτι που δίνει διαρκή ευτυχία.
Το παλάτι:
Είναι μία τυπική παιδική φαντασίωση. Σπάνια μπορεί να βρεθεί παιδί που δεν έχει επιθυμήσει να μην του ζητούν να κάνει τίποτα και να εκπληρώνονται όλες οι επιθυμίες του μόλις τις εκφράσει, κάτι που συμβαίνει στην Πεντάμορφη όταν μένει στο παλάτι του τέρατος. Το παραμύθι λέει ότι μια τέτοια ζωή γίνεται σύντομα βαρετή, τόσο που η Πεντάμορφη περιμένει με αγωνία τις επισκέψεις του τέρατος που τόσο φοβόταν στην αρχή.
Το τριαντάφυλλο:
Ο πατέρας που κλέβει τριαντάφυλλα για να τα πάει στην αγαπημένη μικρότερη κόρη του συμβολίζει την αγάπη του γι αυτή. Το κομμένο λουλούδι είναι σύμβολο της χαμένης παρθενικότητας. Αυτό φαίνεται σαν ένα «τερατώδες» γεγονός, αλλά τελικά αποδεικνύεται μια εμπειρία βαθιάς αγάπης.
Το τέρας:
Στις ιστορίες όπου υπάρχει ένα ζώο – γαμπρός, το παιδί – ακροατής καθησυχάζει ακούγοντας ότι οι άντρες και οι γυναίκες, παρ’ όλο που φαίνονται πολύ διαφορετικού αποτελούν το τέλειο ταίρι όταν είναι οι σωστοί σύντροφοι σε σχέση με τις προσωπικότητές τους κα υπάρχει αγάπη.
Ο πατέρας:
Μονάχα αφού η Πεντάμορφη αποφασίσει να αφήσει το σπίτι του πατέρα της για να πάει ξανά κοντά στο τέρας, δηλαδή αφού έχει λύσει τους οιδιπόδειους δεσμούς της με τον πατέρα της, το σεξ που προηγουμένως ήταν απωθητικό γίνεται όμορφο.
Ο γάμος:
Ο γάμος της Πεντάμορφης με το πρώην τέρας εκφράζει συμβολικά ότι κλείνει η ολέθρια ρωγμή ανάμεσα στο ζώο και στις ανώτερες πλευρές του ανθρώπου. Είναι επίσης το τελικό σημείο μιας εξέλιξης από μια ανώριμη σεξουαλικότητα που εκπληρώνεται μέσα από μια ουσιαστική σχέση.

Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ
Η ιστορία:
Μια μάγισσα καταριέται μια βασιλοπούλα να τρυπήσει το δάχτυλό της από μια ρόκα μόλις γίνει 15 χρονών και να πέσει σε βαθύ ύπνο. Ο πατέρας της εξαφανίζει όλες τις ρόκες από το βασίλειο, ωστόσο η πριγκίπισσα βρίσκει μια γριά να γνέθει σε ένα δωμάτιο και η κατάρα πραγματοποιείται. Εκατό χρόνια μετά ένας πρίγκιπας φιλά την κοπέλα και της ξαναδίνει ζωή.
Τι σημαίνει:
Τα παραμύθια που έχουν κεντρικό θέμα τους μια μεγάλη περίοδο παθητικότητας (όπως ο παρατεταμένος ύπνος στον οποίο πέφτει η Ωραία Κοιμωμένη) επιτρέπουν στο παιδί να καταλάβει ότι ως έφηβος ίσως περάσει μια ανενεργό φάση. Μαθαίνει όμως ότι τα πράγματα εξακολουθούν να εξελίσσονται. Ακόμη και αν η περίοδος ηρεμίας μοιάζει σαν να πρόκειται να κρατήσει εκατό χρόνια, στο τέλος τα πράγματα θα αλλάξουν.
Η ρόκα:
Η ρόκα που ματώνει το χέρι του κοριτσιού συμβολίζει την είσοδο στην εφηβεία. Σε αυτό το σημείο οι φροϊδικοί συμβολισμοί αφθονούν στην ιστορία. Καθώς η βασιλοπούλα πλησιάζει στο μοιραίο δωμάτιο (με την γριά που γνέθει), πρέπει να ανέβει μια κυκλική σκάλα η οποία, όπως και στα όνειρα, αντιπροσωπεύει τη σεξουαλική εμπειρία. Στην κορυφή της σκάλας βρίσκεται ένα κλειδωμένο δωμάτιο. Το γύρισμα του κλειδιού στην κλειδαριά της πόρτας που οδηγεί στο δωμάτιο με τη γριά και τη ρόκα συμβολίζει τη σεξουαλική σχέση.
Ο ύπνος:
Στη διάρκεια του μακροχρόνιου ύπνου της, η ομορφιά της ηρωίδας είναι παγερή, υπάρχει δηλαδή η απομόνωση του ναρκισσισμού. Σε αυτή την κατάσταση δεν υπάρχει καμία οδύνη αλλά και καμία γνώση ή κανενός είδους συναίσθημα. Η «απόσυρση» είναι μια δελεαστική αντίδραση στις εντάσεις τις εφηβείας αλλά οδηγεί σε μια κατάσταση που μοιάζει με θάνατο όταν τη χρησιμοποιούμε ως διαφυγή από τις δυσκολίες της ζωής. Ο κόσμος ζωντανεύει μόνο για το άτομο που αφυπνίζεται γι αυτόν.
Ο πρίγκιπας:
Το φιλί του πρίγκιπα λύνει τα μάγια του ναρκισσισμού και αφυπνίζει τη θηλυκότητα της βασιλοπούλας. Η ένωσή τους συμβολίζει την ωριμότητα, δηλαδή όχι απλώς την αρμονία με τον εαυτό μας αλλά και με τον άλλον.

Ο ΒΑΤΡΑΧΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ
Η ιστορία:
Μια βασιλοπούλα χάνει της μπάλα της και ένας βάτραχος της την επιστρέφει με τον όρο να γίνει γυναίκα του. Εκείνη δέχεται και παρά το γεγονός ότι τον πρώτο καιρό σιχαίνεται τον βάτραχο, όταν θα τον αγαπήσει και θα τον φιλήσει αυτός θα μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα.
Τι σημαίνει:
Η ιστορία έχει ως επίκεντρό της τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι κάτι που φαίνεται απεχθές, αποκαλύπτεται ξαφνικά ως πηγή ευτυχίας.
Η μπάλα:
Στην αρχή του παραμυθιού η βασιλοπούλα είναι ένα κορίτσι που παίζει ξένοιαστα με μια χρυσή μπάλα ώσπου αυτή πέφτει σε ένα σκοτεινό πηγάδι. Η μπάλα συμβολίζει τη αφέλεια του κοριτσιού που με την ενηλικίωση χάνεται και τότε η ζωή αρχίζει να αποκαλύπτει τις δύσκολες πλευρές τις.
Η υπόσχεση:
Η βασιλοπούλα υπόσχεται στον βάτραχο να τον παντρευτεί αν της δώσει πίσω την μπάλα της. Από τη στιγμή που αναλαμβάνει μια ηθική δέσμευση, η κοπέλα εισέρχεται σε μια ωριμότερη φάση της ζωής της.
Ο βάτραχος:
Όσο πιο κοντά πηγαίνει ο βάτραχος, τόσο αυτή νιώθει μεγαλύτερο άγχος, αηδία ή ακόμα και θυμό. Η αφύπνιση της σεξουαλικότητας είναι συνυφασμένη με αυτά τα συναισθήματα. Όταν υπερβαίνει το μίσος της για το άγνωστο και ανακαλύπτει τα συναισθήματά της, άρα γίνεται ο εαυτός της, τότε και ο βάτραχος γίνεται ο εαυτός του και μεταμορφώνεται σε πρίγκιπα.

Η ΧΙΟΝΑΤΗ
Η ιστορία:
Η κακιά μητριά της Χιονάτης, ζηλεύοντας την ομορφιά της προγονής τής την εγκαταλείπει στο δάσος. Εκείνη βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι επτά νάνων αλλά η μητριά της κατορθώνει να τη δηλητηριάσει με ένα μήλο. Η Χιονάτη μένει ναρκωμένη ώσπου την ξυπνά ένας πρίγκιπας.
Τι σημαίνει:
Με την ερώτηση που κάνει η βασίλισσα στον καθρέφτη για την ομορφιά της επαναλαμβάνει το αρχαίο θέμα του Νάρκισσου ο οποίος αγαπούσε τον εαυτό του τόσο πολύ ώστε αυτοκαταστράφηκε.
Ο κυνηγός:
Τα παιδιά φοβούνται τα άγρια ζώα. Μόνο ένας κυνηγός θα μπορούσε να διώξει μακριά τα απειλητικά θηρία, γι αυτό κα στα παραμύθια ο κυνηγός έχει πάντα τη θέση του προστάτη. Στο παραμύθι ένας κυνηγός εναντιώνεται στη θέληση της βασίλισσας και δεν σκοτώνει την Χιονάτη όπως διατάχτηκε αλλά την εγκαταλείπει στο δάσος.
Ο βασιλιάς:
Ένας πατέρας, ο οποίος με την παθητική του στάση δημιουργεί προβλήματα επιβίωσης στην ηρωίδα, δίνει στο παιδί το μήνυμα ότι θα πρέπει να μάθει να τα βγάζει πέρα μόνο του χωρίς να στηρίζεται πάντα σε κάποιον ενήλικα.
Οι επτά νάνοι:
Οι επτά νάνοι υποδηλώνουν τις επτά ημέρες της εβδομάδας, ημέρες γεμάτες δουλεία. Η Χιονάτη πρέπει να κάνει δικό της τον κόσμο της εργασίας, αν θέλει να μεγαλώσει.
Πειρασμοί:
Η ευκολία με την οποία η Χιονάτη επιτρέπει επανηλειμμένα στον εαυτό της να υποκύπτει στους πειρασμούς της μητριάς (κορδόνια για τον κορσέ, ένα χτενάκι και ένα μήλο), παρά τις προειδοποιήσεις των νάνων, συμβολίζει την ανωριμότητα της να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της εφηβείας. Αν όμως η Χιονάτη δεν γνώριζε και δεν αντιμετώπιζε αυτούς τους κινδύνους που συνοδεύουν την ανάπτυξη, δεν θα μπορούσε να ενωθεί ποτέ με το βασιλόπουλο.
Το όνομα:
Η Χιονάτη είχε δέρμα άσπρο σαν το χιόνι και μάγουλα κόκκινα σαν το αίμα, δηλαδή το είναι της περιέχει και την ασεξουαλική και την ερωτική πλευρά.
Το μήλο:
Το μήλο στη Χιονάτη συμβολίζει κάτι κοινό ανάμεσα στη μητριά και στην κόρη, τις ώριμες σεξουαλικές επιθυμίες τους. Όταν τρώει το μηλο σηματοδοτείται το τέλος τη αθωώτητας.

Ο ΧΑΝΣΕΛ ΚΑΙ Η ΓΚΡΕΤΕΛ
Η ιστορία:
Οι γονείς μη μπορώντας να θρέψουν τα δύο παιδιά τους, τα παρατάνε στο δάσος. Εκείνα βρίσκουν μπροστά τους ένα σπίτι φτιαγμένο από μελόψωμο και αρχίζουν να το τρώνε. Η μάγισσα που κατοικεί μέσα σε αυτό τα πιάνει με σκοπό να τα φάει, αλλά εκείνα σώζονται ακολουθώντας ένα στρατηγικό σχέδιο.
Τι σημαίνει:
Η ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ ενσαρκώνει τα άγχη που έχει ένα μικρό παιδί σχετικά με τα καθήκοντα που αρχίζει να αναλαμβάνει καθώς μεγαλώνει. Το παραμύθι διδάσκει στο παιδί ότι πρέπει σταδιακά να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του, το ενθαρρύνει να εξερευνήσει μόνο του ακόμη και τα πλάσματα της αγχώδους φαντασίας του (μάγισσα) και το βοηθά να κατανοήσει πως μπορεί να νικήσει χάρη στην εφευρετικότητά του.
Το σπίτι από μελόψωμο:
Αντιπροσωπεύει την καταστροφή που έρχεται όταν κάποιος μένει προσκολημένος σε μια αρχέγονη ικανοποίηση όπως είναι το φαγητό. Καθώς τα απιδιά παρασύρονται από την ανεξέλεγκτη βουλιμία τους, καταστρέφουν εκείνο που μπορούσε να τους δώσει καταφύγιο και ασφάλεια.
Μάγισσα:
Τα κακά σχέδια της μάγισσας υποχρεώνουν τελικά τα παιδιά να αναγνωρίσουν τους κινδύνους που συνεπάγεται η απληστία. Για να επιβιώσουν πρέπει να αναπτύξουν πρωτοβουλία, να καταστρώσουν ένα σχέδιο και να δράσουν έξυπνα.
Δάσος:
Το πατρικό σπίτι «πολύ κοντά στο δάσος» και το μελόσπιτο «στα βάθη του ίδιου δάσους» είναι στο ασυνείδητο επίπεδο οι δυο όψεις του πατρικού σπιτιού: εκείνη που ικανοποιεί και εκείνη που διαψεύδει τις προσδοκίες.
Νερό:
Το γεγονός ότι πρέπει να διασχίσουν μία έκταση νερού στην επιστροφή του (ποτάμι) συμβολίζει μία μετάβαση και μία νέα αρχή σε ένα υψηλότερο επίπεδο της ύπαρξης.
Θησαυρός:
Ως εξαρτημένα πλάσματα, τα παιδιά ήταν βάρος για τους γονείς τους. Με την επιστροφή τους γίνονται το στήριγμα της οικογένειας, αφού φέρνουν τους θησαυρούς της μάγισσας. Οι θησαυροί συμβολίζουν την ανεξαρτησία στη σκέψη και στις πράξεις των παιδιών, αλλά και της εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Το γεγονός ότι σώζονται με τη μεταξύ τους συνεργασία δείχνει ότι καθώς μεγαλώνουν πρέπει να στηρίζονται όλο και περισσότερο στους συνομηλίκους τους για αμοιβαία βοήθεια και κατανόηση.


Μελίσσα Στοΐλη, Άρθρο στο Bήμα που στηρίχτηκε στην εργασία

          «Το παραμύθι και η παιδαγωγική του αξιοποίηση»

Όταν ο Θεός έφτιαξε τις μαμάδες



picasso_maternity






































Ο Θεός κάλεσε τον πιο αγαπημένο Του άγγελο και του παρουσίασε ένα πρότυπο μητέρας. Στον άγγελο δεν άρεσε αυτό που είδε.
- Εργαστήκατε πολύ, Κύριε, δεν ξέρετε πλέον τι κάνετε, είπε ο άγγελος. Κοιτάξτε! Φιλί ειδικό, που θεραπεύει όλες τις αρρώστιες, έξι ζευγάρια χέρια για να μαγειρεύει, να πλένει, να σιδερώνει, να φροντίζει, να ελέγχει, να καθαρίζει. Δε θα δουλέψει!
- Το πρόβλημα δεν είναι τα χέρια, αντέτεινε ο Θεός. Είναι τα τρία ζευγάρια μάτια που χρειάστηκε να βάλω: ένα, για να βλέπει το παιδί της πίσω από κλειστές πόρτες και να το προστατεύει από ανοιχτά παράθυρα, ένα άλλο, για να το κοιτάζει με αυστηρότητα, όταν πρέπει να του μάθει κάτι ουσιώδες και το τρίτο, για να του δείχνει διαρκώς τρυφερότητα και αγάπη, όση δουλειά κι αν έχει εκείνη!
Ο άγγελος εξέτασε το πρότυπο της μητέρας πιο προσεκτικά.
- Κι αυτό τι είναι;
- Ένας μηχανισμός αυτοθεραπείας. Δε θα έχει χρόνο να αρρωσταίνει, θα πρέπει να ασχολείται με το σύζυγό της, με τα παιδιά, με το σπίτι.
- Νομίζω ότι πρέπει να ξεκουραστείτε λίγο, Κύριε, είπε ο άγγελος. Και να επιστρέψετε στο κλασικό πρότυπο με τα δύο χέρια, τα δύο μάτια, κ.λπ.
Ο Θεός συμφώνησε με τον άγγελο. Αφού ξεκουράστηκε, μεταμόρφωσε τη μητέρα σε κανονική γυναίκα. Εξομολογήθηκε όμως στον άγγελο:
- Χρειάστηκε να της δώσω μια τόσο δυνατή θέληση, ώστε να νομίζει ότι θα έχει έξι χέρια, τρία ζευγάρια μάτια και ικανότητα αυτοθεραπείας. Αλλιώς, δε θα καταφέρει να εκπληρώσει το καθήκον της.
Ο άγγελος την εξέτασε από κοντά. Κατά τη γνώμη του, αυτή τη φορά ο Θεός είχε επιτύχει. Ξαφνικά όμως πρόσεξε ένα λάθος:
- Αδειάζει. Αναρωτιέμαι, Κύριε, μήπως βάλατε ξανά υπερβολικά πολλά πράγματα σε αυτό το πρότυπο μητέρας.
- Δεν αδειάζει. Αυτό ονομάζεται δάκρυ.
- Και σε τι χρησιμεύει;
- Για να δείχνει χαρά, λύπη, απογοήτευση, πόνο, θυμό, ενθουσιασμό.
- Κύριε, είστε μεγαλοφυΐα! αναφώνησε ο άγγελος. Ακριβώς αυτό ήταν που έλειπε, για να συμπληρωθεί το πρότυπο.
Ο Θεός πρόσθεσε με ύφος μελαγχολικό:
- Δεν το έβαλα εγώ. Όταν συναρμολόγησα όλα τα μέρη, το δάκρυ εμφανίστηκε από μόνο του.
Ο άγγελος συγχάρηκε πάλι τον Παντοδύναμο κι έτσι δημιουργήθηκαν οι μητέρες.
  

Πάολο Κοέλιο

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Άλαλα χέρια



Κανένας δεν δείχνει προς τα κάπου. Και όμως, κάποτε είχαμε τόσα πολλά χέρια... Δεν προλαβαίναμε να δείχνουμε συνέχεια προς το σωστό. Με τη σιγουριά του καπετάνιου που κυβερνάει φουσκωτό σε πισίνα, νομίζαμε ότι ελέγχαμε τον καιρό και τους θυμούς του νερού. Είχαμε διαβάσει και κάτι ολοστρόγγυλες φράσεις στα βιβλία για την αυτοπεποίθηση, για το πώς να κουμαντάρεις τη ζωή σου και να ορίζεις τον χρόνο σου, και ψηθήκαμε πως ο ουρανός ήταν δικός μας. Δήθεν δοτικοί, χιλιάδες φιλιά, χιλιάδες αγκαλιές στις δημόσιες συναναστροφές, εκεί που οξειδώνεσαι μες στη νοτιά των ανθρώπων και συστεγάζονται κάτω από τον ίδιο στίχο ο Καβάφης και ο Ελύτης. Πολύ σώμα δώσαμε για κάτι τόσο λίγο... Τώρα τα χέρια κρέμονται. Δεν δείχνουν, δεν χειρονομούν, δεν ζωγραφίζουν στον αέρα εκείνες τις ωραίες παραβολές, δεν ριμάρουν με τα αστέρια. Δεν μιλάνε πια και την παρηγορητική γλώσσα. 'Αλαλα. Και αν μαζί με αυτά, χάσουν και το σφρίγος τους στο ερωτικό άγγιγμα, θα πέσουν κάτω καμιά μέρα στον δρόμο καθώς περπατάμε κι ούτε θα σκύψουμε να τα μαζέψουμε.
Δεν παρηγορούσαμε, περιαυτολογούσαμε. Ο «θάνατος» ήταν για τους άλλους, η απόγνωση ήταν ένα κακό ριζικό από το οποίο εμείς ευτυχώς είχαμε γλιτώσει από τη γέννα μας. Και δείχναμε. Παντού. Για την πολιτική, την τέχνη, την κοινωνία, τον άνθρωπο, το σωστό, το ηθικό, τη ζωή. Καλά κάναμε. Ο καθένας μαρτυράει την αλήθεια που έχει καταφέρει να συλλέξει σταγόνα σταγόνα με το στόμα. Κάποτε όμως στεγνώνει η γλώσσα και πρέπει να φτιάξεις μόνος σου το νερό σου. Εκεί είμαστε. Τώρα θα φανεί τι έχουμε μαζέψει τόσα χρόνια στις στέρνες από τις βροχές. Γιατί η αλήθεια είναι πως πέρασαν πολλές βροχές από τα χέρια μας. Δεν μας έλειψαν οι ευκαιρίες να γίνουμε καλύτεροι και δυνατότεροι, να γίνουμε ριζιμιά. Κάποιοι τις κλώτσησαν όλες, άλλοι προσπάθησαν αλλά δεν τους βγήκε η ρίζα και θα πετάξουν σαν φύλλα από τους ορόφους τους. Ηδη μετράμε τα πρώτα «γυμνά» σπίτια σε αυτό το πρώιμο φθινόπωρο.
Ας πούμε πως χρειάζεται μια τράπεζα συλλογικού κουράγιου. Μια ματιά στον διπλανό μας, μια αληθινή ερώτηση, ένα κανονικό ενδιαφέρον. Ακριβώς το ανάποδο δηλαδή από τον τρόπο που διαχειριστήκαμε τα λεφτά μας. Το μέτρημά τους είχε καταντήσει η πιο κρυφή πράξη του ανθρώπου. Ξεπέρασε ακόμη και τις άλλες...
Ανοιχτά φύλα, ανοιχτές πόρτες, ανοιχτά χέρια. Δεν είναι ρομαντισμός. ´Η τουλάχιστον δεν είναι μόνο αυτό. Γινόμαστε λιγότεροι μέρα με τη μέρα, το βλέπεις. Σε αριθμό, σε έκταση, σε όγκο. Πιάνουμε όλο και λιγότερο χώρο. Συρρικνωνόμαστε. Τα απλά αθροίσματα μπορούν να γίνουν γινόμενα. Και τα χέρια να δείχνουν πάλι κάπου...

Του Οδυσσέα Iωάννου

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Περί όνου σκιάς



Αγορεύοντας κάποτε στους συνδημότες του για θέματα της πόλης ο Δημοσθένης, διαπίστωσε πως αυτοί δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον να τον ακούσουν. Αυτός τότε, για να τους κεντρίσει την προσοχή, άρχισε να τους αφηγείται μια ιστορία μεταξύ ενός αγωγιάτη κι ενός ταξιδιώτη.
Ο ταξιδιώτης είχε νοικιάσει τον γάιδαρο του αγωγιάτη και ταξίδευαν παρέα για τα Μέγαρα. Στον δρόμο, σταμάτησαν κάπου να ξεκουραστούν. Έκανε όμως ζέστη και δέντρο εκεί γύρω για να προφυλαχτούν απ' τον ήλιο και να δροσιστούν λίγο, δεν υπήρχε. Ο ταξιδιώτης, αφού ξεπέζεψε απ' τον γάιδαρο, έσπευσε να ξαπλώσει στην σκιά του. Ο αγωγιάτης όμως δεν τον άφησε, διεκδικώντας την σκιά του γαϊδάρου για τον εαυτό του, καθώς όπως του είπε, ενοικίασε μόνο τον γάιδαρο κι όχι και την σκιά του. Για τον λόγο αυτόν κατέληξαν στο δικαστήριο.
Στο σημείο αυτό, ο Δημοσθένης σταμάτησε την αφήγησή του και οι ακροατές του, που μέχρι πριν λίγο αδιαφορούσαν για ότι έλεγε, τον ρώτησαν με αγωνία να τους πει τι κατάληξη είχε η υπόθεση. Ο Δημοσθένης τότε τους χλεύασε που αντί να ασχολούνται με σοβαρά θέματα, κάθονται και ασχολούνται με την σκιά ενός γαϊδάρου


Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Tι θέλω να ζητήσω από το Θεό



Μια δασκάλα της Δευτέρας δημοτικού, είπε στους μαθητές της να γράψουν μια έκθεση με θέμα:
" ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ".
Στο τέλος της ημέρας , καθώς βαθμολογούσε τις εκθέσεις, διάβασε μια που την έκανε να κλάψει.
Ο σύζυγός της που μόλις είχε μπει στο σπίτι,τη ρώτησε:"Τι συμβαίνει;" 

Αυτή απάντησε."Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου."

"ΘΕΕ ΜΟΥ,  ΑΠΟΨΕ ΣΟΥ ΖΗΤΑΩ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΤΟ ΘΕΛΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ. 

ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ !!!
ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.
ΝΑ ΕΧΩ ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΟΥ ΧΩΡΟ .
ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ.
ΝΑ ΜΕ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΩ.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ Η ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΟΤΑΝ ΔΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ.
ΟΤΑΝ ΕΙΜΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΘΑΧΩ ΤΗ ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ.
ΚΑΙ ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΕ ΘΕΛΕΙ ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΜΕΝΗ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΕ ΑΓΝΟΕΙ...
ΘΕΛΩ Τ'ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΑΛΩΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΩΡΕΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΟΤΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΑΦΗΝΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ, ΠΟΤΕ ΠΟΤΕ, ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΜΕΝΑ.
ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ, ΚΑΝΕ ΜΕ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΩ ΟΛΟΥΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥΣ.
ΘΕΕ ΜΟΥ ΔΕ ΖΗΤΏ ΠΟΛΛΑ..ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ ΝΑ ΓΙΝΩ ΜΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ!!".


Εκείνη τη στιγμή ο σύζυγος ειίπε.

"Θεέ μου, το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί!
Τότε αυτή τον κοίταξε και είπε:

"Αυτή η έκθεση είναι του γυιού μας!.."




Αληθινή ιστορία.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Tι είσαι τελικά;


kafes

















Μία νεαρή γυναίκα πήγε στη μητέρα της και της μίλησε για τη ζωή της και πως τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει τα πράγματα και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, να τα παρατήσει. Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, ένα άλλο νέο προέκυπτε.
Η μητέρα της την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρία δοχεία με νερό και έβαλε το καθένα σε δυνατή φωτιά. Γρήγορα το νερό στα δοχεία άρχισε να βράζει.Στο πρώτο δοχείο έβαλε καρότα, στο δεύτερο έβαλε αυγά, και στο τελευταίο έβαλε κόκκους καφέ. Τα άφησε λίγο να βράσουν, χωρίς να πει ούτε μια λέξη. Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα μάτια της κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω απ΄το νερό και τα έβαλε σ'ένα μπωλ. Έβγαλε τα αυγά έξω και τα έβαλε σ'ένα μπολ. Μετά έβγαλε τον καφέ έξω και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι.
Γυρνώντας στην κόρη της την ρώτησε: "πες μου τι βλέπεις".
"Καρότα, αυγά και καφέ", της απάντησε η κόρη.
Η μητέρα της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα. Το έκανε και παρατήρησε ότι ήταν μαλακά.
Μετά η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει. Αφού έβγαλε τα τσόφλια, παρατήρησε ότι το αυγό ήταν σφιχτό. Στο τέλος, η μητέρα ζήτησε απ΄την κόρη της να πιει μια γουλιά απ΄τον καφέ.
Η κόρη χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμά του. Μετά η κόρη ρώτησε: "τι σημαίνουν όλα αυτά μητέρα;".
Η μητέρα της της εξήγησε ότι το καθένα απ΄αυτά τα διαφορετικά αντικείμενα είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή βραστό νερό. Το καθένα όμως αντέδρασε διαφορετικά. Το καρότο αρχικά μπήκε μέσα στο νερό δυνατό και σκληρό. Εντούτοις, εφόσον τοποθετήθηκε στο βραστό νερό, μαλάκωσε και έγινε αδύναμο. Το αυγό ήταν εύθραυστο. Το λεπτό εξωτερικό του περίβλημα είχε προστατέψει το υγρό εσωτερικό του, αλλά μετά την τοποθέτησή του σε βραστό νερό, το εσωτερικό του σκλήρυνε. Όμως οι κόκκοι του καφέ ήταν μοναδικοί. Μετά την τοποθέτησή τους σε βραστό νερό, άλλαξαν το νερό.
"Ποιο απ΄αυτά είσαι εσύ;" ρώτησε την κόρη της.
"Όταν η δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς ανταποκρίνεσαι;" Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ;"
Σκέψου το λίγο...

Τι απ΄αυτά είσαι εσύ;
Είσαι το καρότο που φαίνεται δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου;
Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως είχες "υγρό" πνεύμα, αλλά μετά από έναν θάνατο, έναν χωρισμό, μία οικονομική δυσκολία ή μια άλλη δοκιμασία σκλήρυνες; Μήπως το περίβλημά σου μοιάζει το ίδιο, αλλά μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα, με σκληρό πνεύμα και σκληρή καρδιά;
Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος στην πραγματικότητα αλλάζει το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του. Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα δεν είναι στα καλύτερά τους, εσύ γίνεσαι καλύτερος και αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου.
Όταν δεν είναι και η καλύτερη στιγμή και οι δοκιμασίες σε συναντούν, ανυψώνεις τον εαυτό σου σε άλλο επίπεδο; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Είσαι καρότο, αυγό ή κόκκος καφέ; Ελπίζω να έχεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκό, αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατό, αρκετή λύπη για να παραμείνεις ανθρώπινος και αρκετή ελπίδα
για να σε κάνει ευτυχισμένο.
Οι ευτυχέστεροι των ανθρώπων δεν έχουν απαραιτήτως τα καλύτερα απ΄όλα.
Απλώς κάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη διαδρομή τους. Το λαμπρότερο μέλλον πάντοτε θα βασίζεται σε ένα παρελθόν.
Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή μέχρι ν΄αφήσεις πίσω τις αποτυχίες σου και τους πόνους σου. Όταν γεννήθηκες έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου έτσι ώστε στο τέλος εσύ να είσαι ένας από  αυτούς που θα χαμογελάνε .

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα


margarita
























Μεσάνυχτα... Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ' άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιες ζωγραφιές. Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα. Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. Το πρώτο το 'λεγαν Αυγερινό, τα' άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που 'χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ' όλα τ' άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το 'λεγαν «Καμάρι τ' Ουρανού». Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ' απλόχωρα ουράνια χαρωπές. Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ' Ουρανού με τ' αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ' άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει. Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας. - Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή. - Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός. Μα το 'χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ' Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ' ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες. Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ' ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα. Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ' Ουρανού στη Γη ! Όταν συνήλθε απ' την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ' ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες. 
- Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη. 
- Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ; 
- Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί; 
- Όχι. Από πού έπεσες εδώ; 
- Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν' αναστηθώ, εδώ, σ' ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω...
Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό. Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ' αργοθρόισμα ακουγόταν. Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της: 
-Έψαχνες να με βρείς; Έτσι θαρρώ! Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που 'γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ' τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη. Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, με ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα. Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ' το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι. Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα' ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει! Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη... Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως; Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο. 
- Μ' αγαπά, μουρμούρισε όπως τ' άφηνε να πέσει. Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα. 
- Δεν μ' αγαπά, ψέλλισε βραχνά. 
- Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία. Μα μες στη μέθη του τα' αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να 'ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία.
- Μ' αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο. 
- Δε μ' αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό. Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα. 
- Γιατί; ψιθύριζε τ' άδολο ανθάκι λαβωμένο. Μα τ' αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο. 
- Μ' αγαπά! 
- Δε μ' αγαπά! Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ' αστέρι.
- Μ' αγαπά! φώναξε χαρούμενο. Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω. Σταμάτησε, σκέφτηκε. Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω. Ύστερα, τίποτ' άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά. Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν' ανασαίνει χρυσαφένιο φως. Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. Άδικα τ' αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ' Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί; Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ' της ανατολής τ' ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ' απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα... 

Tου Ευγένιου Τριβιζά