Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

φτωχός ή πλούσιος;

Στα χρόνια τα παλιά , κάποιος βασιλιάς αποφάσισε να στείλει το παιδί του να περάσει μια νύχτα με μια πολύ φτωχή οικογένεια.
Σκοπός αυτής του της κίνησης ήταν να αφήσει το νεαρό πριγκιπόπουλο να δει με τα ίδια του τα μάτια τον τρόπο διαβίωσης ενός μέρους των μελλοντικών υπηκόων του,
που όχι μόνο δεν είχαν χρήματα να ξοδέψουν μα δυσκολεύονταν να αντιμετωπίσουν ακόμα και αυτή την απλή καθημερινότητα τους.
Ο βασιλιάς έντυσε σαν απλό χωρικό το παιδί και το συμβούλεψε να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του, για να μην νοιώθουν άβολα οι οικοδεσπότες του.
Το βοήθησε να ανέβει σε μια παλιά άμαξα και πρόσταξε τον οδηγό να το μεταφέρει στην οικογένεια που είχε επιλέξει.Την επόμενη ημέρα , ο βασιλιάς υποδέχτηκε το νεαρό πρίγκιπα και του ζήτησε να του περιγράψει την εμπειρία του. Το παιδί αφού τον κοίταξε για λίγη ώρα αμίλητο , αποκρίθηκε:
“Ήταν μια πολύ καλή εμπειρία πατέρα.
Έμαθα πως έχουμε πανέμορφα κάτασπρα άλογα ,που όπως λες πολλοί θα ζήλευαν, ενώ αυτοί έχουν σκυλιά και κότες και χήνες.

Έχουμε ένα μεγάλο πλουμιστό σιντριβάνι και αυτοί έχουν το ποτάμι.
Διαθέτουμε μια πελώρια ξεσκέπαστη βεράντα,
αλλά αυτοί έχουν τον ουρανό με τα αστέρια και το φεγγάρι.
Έχουμε ένα τεράστιο κήπο γεμάτο λουλούδια , μα αυτοί έχουν το δάσος."

Και ενώ ο βασιλιάς άκουγε αποσβολωμένος τα όσα έλεγε με στόμφο ο γιός του,το παιδί πρόσθεσε:

"Σε ευχαριστώ πατέρα που μου έδειξες πόσο
φτωχοί είμαστε!"
Ο βασιλιάς που μια ημέρα πριν έτριβε τα χέρια του με ικανοποίηση,
διαβλέποντας πως το πριγκιπόπουλο μόλις αντίκριζε την φτώχια των απλών ανθρώπων
θα αντιλαμβανόταν άμεσα τη διαφορά και θα κατανοούσε επιτέλους την επιμονή του στον πλούτο,
καθόταν τώρα σαστισμένος και αμίλητος...
Όταν μετράμε τι είμαστε, το αποτέλεσμα είναι
η ίδια η αντίληψη μας για τη ζωή.
Σκέψου για λίγο και αποφάσισε αν είσαι πλούσιος η φτωχός…

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Τι είναι αγάπη


Ήταν που λες μια φορά ένα σκιουράκι.

Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο.
Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό.
Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε,
που θα 'μοιαζε μ' όλα τα άλλα,
αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια.
Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε από τη φωλιά του
και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους,
δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα
που πήγαιναν να πιούν νερό...
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες
και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια...
Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι,
πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό.
Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια
και τα ρωτούσε:- Μπορείς να μ' αγαπάς;
Τα πιο πολλά γελούσαν. Άλλα δεν έμπαιναν στον κόπο
να απαντήσουν. Και άλλα του έλεγαν:
-Δεν έχω χρόνο - ή δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς...
Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι
είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα,
το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός
του χαμογέλασε και του είπε:
- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.
- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι!
Πες μου, όμως, τι πά' να πει ν' αγαπηθούμε;
- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς
να καταλάβεις. Και τώρα άκου:
Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα
πά' να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.
Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα...

- Τώρα αγαπιόμαστε; - Όχι βέβαια.

Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.
Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!...
- Τι ωραίο να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;
- Όχι ακόμα. Γιατί ν' αγαπηθούμε πά' να πει
και να 'χουμε κάτι ο ένας απ' τον άλλον.
Δώσε μου λίγο απ' το καστανόμαυρο τρίχωμά σου
κι εγώ θα σου δώσω από το κίτρινο των ματιών μου.
Κι έκαναν έτσι... Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε
στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη
τους στα δικά του μάτια. Κι ύστερα του χάρισε
το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε
στην πλάτη του. - Τώρα αγαπιόμαστε;
- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο.
Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά,
και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν
αχτίδα από φως. Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία,
να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.
- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!
- Τώρα αγαπιόμαστε; - Τώρα.
Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο,
κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο.
Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι.
Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους,
που απ' την τεράστια ταχύτητα
- που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια
- έγιναν ένα... Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο
τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι
πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε,
κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω
απ' τα σύννεφα...

Και πέρασε καιρός. Να 'τανε χρόνια,

να 'τανε ένα λεπτό μονάχα,
κανένας δε θα μπορούσε να μας πει,
γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι
που ο ασβός ψιθύρισε:
- Κουράστηκα. Μη σου κακοφανεί.
Μπορεί και να ζαλίστηκα απ' το τρέξιμο.
Θα 'θελα να γυρίσω πίσω.
- Κουράστηκες; Όμως, δεν τρέχουμε
πατώντας στο χώμα. Είναι το φως που μας κουβαλάει.
Δεν είναι κουραστικό. - Για μένα είναι.
Έπειτα το 'χω ξανακάνει. Λίγοι το αντέχουν
δεύτερη φορά.Είν' επικίνδυνο. Γυρίζω πίσω...
Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία,
πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη που κατέβαινε
στη γη και χάθηκε...
- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι.
Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια
να σταματήσω, κι είν' αστείο να τρέχω μόνος μου
στον ουρανό... Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα
το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι -
το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.
- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωω... Είναι κανείς εδώ;
Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο.
Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;
Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο,
κι έτσι δεν του απάντησε κανένας.
- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.
Κι άρχισα να κρυώνω.
Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα;

Εεεεεεε... ωωωωωωωωω... Βοήθεια!

Δεν είναι κανείς εδώ;
Τότε, μια μικρή φωνούλα
έφτασε στ' αφτιά του, τόσο γλυκιά και σιγανή
σα να 'βγαινε από μέσα του.
- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι! - Μου μίλησε κανείς;
Τίποτε δεν βλέπω. - Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου.
Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί
με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.
Ακόμα πάνω μου τρέχεις.
Άκου. Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω.
Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη,
ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε.
Μόνο που 'χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα
κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί.
Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα,
να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...
- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;
- Ξέρω κι εγώ;... Το τρίχωμά σου, τις πατούσες σου,
ένα κομμάτι από την καρδιά σου...
- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου.
Μόνο που καρδιά δεν έχω πια.
Την πήρε ο ασβός μαζί του. Κι αυτό δεν αλλάζει...
- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου.
Ελπίζω να μας φτάσουν. Καίω την πρώτη...
Μην πονάς πολύ. Μην κλαις, δεν το αντέχω.
Ησύχασε. Κρατήσου τώρα.
Αλλάζουμε πορεία. Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά...
Το σκιουράκι μ' ένα πόδι, κοίταζε τη γη
- τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανε
πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.
Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι' αυτό.
Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτα άλλο.
- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά.
Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που
τρέχεις γύρω του. Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις,
γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις,
ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό...
- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη,
είπε η ηλιαχτίδα. Καίω τη δεύτερη πατούσα.
Κατεβαίνουμε...
Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν
κάνοντας τούμπες στον αέρα, μέσα
σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν
πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε.
Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη
να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος
να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια,
το ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!...
Και μετά τίποτα... Όταν το σκιουράκι, ύστερα
από ώρα, άρχισε να συνέρχεται,
πόναγε σ' όλο του το κορμί.
Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του
και του έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε
τις πληγές για να μην τσούζει, και του 'βαζε
κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε...
- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε να σκύβει πάνω του ένας κάστορας.

Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας
μ' αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του
ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες
πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του.
Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό,
που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει
από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε.
Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή.
Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι
άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά,
όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...
- Μπορείς να μ' αγαπάς;
Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.
- Φοβάμαι πως δεν μπορώ.
Δεν έχω πια καρδιά για ν' αγαπήσω...
- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω
ένα κομμάτι απ' τη δικιά μου.
- Όμως ν' αγαπηθούμε πά' να πει να τρέχουμε μαζί
- κι εγώ δεν έχω πόδια. - Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;
Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο,
όπως μπορούμε.
Το πιο σπουδαίο είναι να 'μαστε
οι δυο μας, και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε,
ούτε που θα πάμε... Μικρό μου σκιουράκι,
αν μπορείς να μ' αγαπάς, θα σου φτιάξω δεκανίκια
από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς. Κι αν δε θες,
θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.
Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά
και θα 'ναι πιο όμορφα, γιατί θ' ακούω την ανάσα σου
κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου
και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ, εγώ ή εσύ,
θα 'μαστε εμείς...
Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε
στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω;
Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή,
περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε...
Ο απόηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα
των δένδρων - λένε... Πάντως, ποτέ - μα ποτέ
- κανείς πια δεν τους ξανάδε.......

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Μην ορκίζεσαι ! (γάτα ο τύπος)

Ένας άνθρωπος βασανισμένος απ’ τις αποτυχίες, έδωσε όρκο μπροστά στο Θεό, πως αν οι κακοτυχίες θα τον αφήσουν θα πουλήσει το σπίτι του και όλα τα λεφτά θα τα δωρίσει στους φτωχούς. Πολύ σύντομα τα πράγματα άλλαξαν και έγινε πλούσιος. Θυμήθηκε και τον όρκο του, όμως δεν ήθελε να χάσει τόσα λεφτά. Σκέφτηκε και βρήκε τη «λύση».
Ανακοίνωσε, ότι πουλάει το σπίτι του, όμως μόνο μαζί με τη γάτα του. Για το σπίτι ζητούσε 10 χιλιάδες δραχμές, αλλά για τη γάτα 50 εκατομμύρια δραχμές. Σε λίγο βρέθηκε και πελάτης που αγόρασε το σπίτι και τη γάτα. Τις 10 χιλιάδες που πήρε για το σπίτι τα έδωσε στους φτωχούς και τα 50 εκατομμύρια για τη γάτα, τα κράτησε για τον εαυτό του....

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

ο άγγελος του δαίμονα

Μια φορά ένας δαίμονας συνάντησε ένα άλλο κακό πνεύμα, έναν άλλο δαίμονα, ο οποίος κυλιόταν στο έδαφος, φώναζε και έκλαιγε σαν να είχε κυριευτεί από το πιο αβάσταχτο πόνο.
–Από τι υποφέρεις; ρώτησε ο πρώτος δαίμονας.
Ο άλλος απάντησε ανάμεσα σε δύο βογκητά:
–Έχω έναν άγγελο μέσα μου. Με βασανίζει....

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Μάθε να ακούς





Ένας καθηγητής μπαίνει στην αίθουσα του μουσικού ωδείου.
Στη μέση της αίθουσας ένα πιάνο. Γυρίζει προς του μαθητές του και αφού τους καλημερίζει, κάθετε στο σκαμπό μπροστά από αυτό.
Αγγίζει τα πλήκτρα με τα δάχτυλά του αλλά δεν τα πατάει. Ξεκινάει να παίζει με τα δαχτυλά του να συνεχίζουν να μην αγγίζουν τα πλήκτρα....όμως εκείνος νοητά "έπαιζε" τη μουσική του. Έκλεινε τα μάτια του και τα χέρια του πήγαιναν από τη μια άκρη του πιάνου στην άλλη...χωρίς να αγγίζει τα πλήκτρα.

Οι μαθητές εμφανώς σαστισμένοι, κοίταζαν ο ένας τον άλλο με απορία ! Η γαλαρία άρχιζε να γελάει...οι μαθητές των μπροστινών θρανίων γυρίζουν τα κεφάλια τους στους συμμαθητές τους προσπαθώντας να συγκρατήσουν τα γέλια τους.


Ο καθηγητής συνέχιζε να "παίζει" με το ίδιο πάθος, με την μουσική να μην ακούγετε καθόλου απο το πιάνο. Ήταν λες και δεν έδινε σημασία στα σχόλια των μαθητών του. Σε μια στιγμή...σταματά. Σκύβει το κεφάλι...γυρίζει προς τους μαθητές, σηκώνετε και ρωτάει: "Πες μου Κώστα. Τι έπαιξα πριν απο λίγο ;"

Ο Κώστας - και όχι μόνο αυτός - σάστισε. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. "Πες μου εσύ Λίνα ! Ποιο κομμάτι είναι αυτό που έπαιξα" ;
Καμία απάντηση ! Άπο κανέναν.

Ένας μαθητής πετάγετε...

"Μααα κύριε καθηγητά ! Με όλο το σεβασμό... δεν ακούσαμε τίποτα ! Δεν παίξατε κάτι". Και με το που ξεστόμισε αυτές τις λέξεις δαγκώθηκε, κοίταξε τον καθηγητή πάνω απο τα μυωπικά του γυαλιά, το βλέμμα του έμοιαζε με αυτο ενός κουταβιού !

"Σοβαρά Γιάννη ; Δεν έπαιξα τίποτα ; Δεεεεν ΑΚΟΥΣΑΤΕ τίποτααα;
Oι μαθητές έμειναν στήλη αλατος ! Δεν ήξεραν ούτε τι να πούν...ούτε πως να αντιδράσουν !

"Ο Μπετόβεν"...συνέχισε ο καθηγήτης, φανερά ενοχλημένος απο τη μη ανταπόκριση των μαθητών του, "έχασε την ακοή του στην ηλικία των 26 περίπου. Αλλά εξακολουθούσε να γράφει αυτή την ονειρεμένη μουσική. Ξέρετε πως ; Αφήστε...θα απαντήσω εγω στο ερώτημά ! Άκουγε... στην πραγματικότητα ακουγε με την καρδιά του. Φυσικά ο Μπετόβεν δεν γεννήθηκε κουφός αλλα έγινε στην πορεία της ζωής του. Πράγμα που σημαίνει οτι γνώριζε και ακουγε μουσική πριν την ασθένειά του. Όμως ακόμα και τότε...συνέχιζε να... "ακούει". Να ακούει τη μουσική του, να την μεταφέρει σε χαρτί και να παίζει με πάθος.

Θέλετε να μου πειτε τώρα...αναλογιζόμενοι αυτά που σας είπα....ποιο κομμάτι ακούσατε πριν που έπαιζα ; Καθίστε λιγο και σκεφτείτε...κλείστε τα μάτια και ακούστε...τι ακούτε; "  
Μετα απο 2 λεπτα ησυχίας, ένας ένας οι μαθητές πετάγονται:
Μαθητης 1ος: Εεεε...εγώ...Rachmaninoff
Mαθητής 2ος: Chopin
Μαθήτρια 3η: Liszt
Mαθήτρια 4η: Satie
Mαθητής 5ος:.......6ος....7ος....


Μετά απο αρκετά λεπτά ...

"Είδατε που τελικά ΤΟ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ δεν ήταν και τόσο δύσκολο ! Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έχει σημασία ποιο κομμάτι έπαιξα εγώ. Αλλά ποιό κομμάτι ακούσατε εσείς. Ακόμα και στην ησυχία, υπάρχει η μουσική ! Αλλα κι αυτή να μην είναι, μας διδάσκει το ποσο σημαντικό ειναι να ακούμε. Γενικά !

Μπορεί να κλείνουμε τα αυτιά μας σε θέματα που δεν μας αφορούν, να μας ενοχλεί ο θόρυβος απο τα συνεχόμενα κορναρίσματα των αυτοκινήτων ή το γκάζι της μοτοσυκλέτας....αλλά πρέπει να μάθουμε να απομονώνουμε την οχλοβοή και τέτοιου είδους ήχους και να επικεντρωνόμαστε στους ήχους που μας αφορούν.


Το ίδιο ισχύει και με τους συνανθρώπους μας. Έχουμε σταματήσει να ακούμε τον διπλανό μας. Ξεκινώντας απο την πιο απλή συζήτηση τύπου "τι καιρό έχει σήμερα" και την ανάλυσή του - έστω κι αν δεν μας ενδιαφέρει τόσο το θέμα - μέχρι το "ασε, τα οικονομικά μου είναι χάλια ! Δεν ξέρω τι να κάνω" κάτι το οποιο αφορά πλέον όλους μας ! Σε αυτή τη περίπτωση βέβαια, σημασία έχει να κατανοούμε αυτό που ακούμε.


Η σιωπή δε ...είναι αλλο θέμα. Θα δανειστώ κατι που είπε ο συγγραφέας Έλμπερτ Χούμπαρντ (Elbert Hubbard) το οποίο πιστεύω ότι τα συνοψίζει όλα: "Αυτός που δεν θα καταλαβαίνει την σιωπή σου, πιθανότατα δεν θα κατανοήσει και τα λόγια σου".


Θα μου πείτε τώρα "μα κύριε καθηγητά, καθημερινά κατακλυζόμαστε από άπειρες πληροφορίες, ουσιώδεις και ανούσιες. Η πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά μας είναι άπειρες, οπότε, κάπου βαριόμαστε να ακούσουμε ακόμα και τον διπλανό μας. Πόσο μάλλον την μουσική που δεν παίξατε !"

Και θα είχατε δίκιο! Άς κάνουμε ένα πείραμα: Για πέντε λεπτά την ημέρα καθίστε κάπου αναπαυτικά. Κλείστε τα μάτια και προσπαθείστε να μπλοκάρετε τους ήχους γύρω σας. Κάτι σαν "επιλεκτική κώφωση". Κάποιοι μπορεί να θέλουν περισσότερη ή λιγότερη ώρα για αυτό. Δεν πειράζει. Όση ώρα μπορείτε. Μη κοιμηθείτε όμως έ ? Δεν είναι αυτός ο σκοπός !

Οι μαθητές βάλανε τα γέλια.


“Σκεφτείτε λίγο” συνέχισε ο καθηγητής “πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας, εαν αφιερώναμε μόνο λίγα λεπτά της ημέρας σε κάτι τέτοιο και αργότερα ξεκινούσαμε μια συζήτηση με τον διπλανό μας ή προσπαθούσαμε να ακούσουμε τη μουσική ενώ έχουμε χαμηλωμένα τα ηχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Κοινώς: μάθετε να ακούτε ! Και να ακούγεστε φυσικά ! Αλλά εαν κάνετε εσείς την αρχή...οι υπόλοιποι θα ακολουθήσουν.

Τέλος για σήμερα ! Ευχαριστώ  !
Άννα Μανουηλίδου

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

δίκαιη συναλλαγή

Ένας πιστός είδε όνειρο πως ανέβηκε στον όρος Σινά και μιλούσε με τον Θεό:
–Ω! Παντοδύναμε, τι είναι για σένα εκατό χιλιάδες χρόνια;
–Ένα λεπτό, απάντησε ο Θεός.
–Και τι αξία έχουν για σένα εκατό χιλιάδες χρυσές λίρες;
–Μια πεντάρα τσακιστή.
Τότε χάρισέ μου μια τέτοια πεντάρα, ικέτεψε ο πιστός.
Και άκουσε την απάντηση:
–Περίμενε ένα λεπτό…

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Tι είπε ο Σαρλώ


Η ομιλία του Τσάρλι Τσάπλιν στα 70α γενέθλιά του

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω
ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν
να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα
σε τι δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος, όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου.
Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή ή δεν ήταν έτοιμος,
ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ
για μια άλλη ζωή και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα
μου έλεγαν να μεγαλώσω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα
ότι σε κάθε περίσταση ήμουν στο κατάλληλο μέρος
και πάντα στην κατάλληλη στιγμή.
Αυτό με έκανε να γαληνέψω.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΛΗΘΕΙΑ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα
να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου
και να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον.
Σήμερα κάνω μόνο ό,τι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά,
ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά.
Με το δικό μου τρόπο και με τους δικούς μου ρυθμούς.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα
από ό,τι δεν ήταν υγιεινό για μένα.
Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις
και οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου.
Παλαιά αυτό το έλεγα «υγιή εγωισμό».
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΑΓΑΠΗ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά
, έπαψα
να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω
να ζω στο παρελθόν μου και να ανησυχώ για το μέλλον μου.
Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα
ότι οι σκέψεις μου με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο.
Όταν επικαλέστηκα τη δύναμη της καρδιάς μου η λογική μου βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο.
Σήμερα αυτό το λέω ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα
ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις
και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε με τον εαυτό μας ή με τους άλλους.
Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ

Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο Σύμπαν γεννιούνται νέα αστέρια.
Σήμερα ξέρω ότι ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

λάθος εκτίμηση

Μια χώρα καταστράφηκε από πλημμύρα. Ένας άντρας κατέφυγε στον πρώτο όροφο του σπιτιού του. το οποίο είχε περικυκλωθεί από τα νερά. Τον πλησίασαν κάποιοι άνθρωποι πάνω σε μια βάρκα και του πρότειναν να τον πάρουν μαζί τους.
Εκείνος αρνήθηκε λέγοντας:
-Όχι! Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό! Δε θα επιτρέψει να παρασύρουν τα νερά το σπίτι μου! Φύγετε!
Οι άλλοι έφυγαν. Τα νερά ανέβηκαν κι άλλο, τόσο πολύ ώστε ο άντρας κατέφυγε στη στέγη του σπιτιού του. Τότε πλησίασε ένα ελικόπτερο, έριξε ένα σκοινί και κάποιοι άντρες έκαναν νόημα στον απομονωμένο να πιάσει το σκοινί για να τον τραβήξουν πάνω.
Εκείνος αρνήθηκε.
– Όχι, είπε, Έχω εμπιστοσύνη στο Θεό! Δε θα αφήσει να πάνε χαμένες οι προσευχές μου!
Το ελικόπτερο έφυγε.
Το νερό ανέβηκε κι άλλο, κάλυψε το σπίτι και παρέσυρε τον άντρα που πνίγηκε τελικά.
Όταν παρουσιάστηκε στο Θεό, του είπε καταπικραμένος:
– Γιατί άφησες να καταστραφεί το σπίτι μου και εγώ να χάσω τη ζωή μου; Εγώ που προσευχόμουν ασταμάτητα! Γιατί δεν ήρθες να με βοηθήσεις;
– Τι είναι αυτά που μου λες; του είπε τότε ο Θεός.
Σου έστειλα βάρκα και μετά ελικόπτερο!

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

αν ακούγαμε και λίγο...

Ένας άνθρωπος αιχμαλώτισε ένα καναρίνι,
Το καναρίνι του είπε:
- Τι θέλεις από μένα; Δες τα ισχνά πόδια μου και το μικροσκοπικό κεφάλι μου. Τι μπορείς να πάρεις από μένα; Δώσε μου την ελευθερία μου και θα σου πω τρεις χρήσιμες αλήθειες.
- Τρεις αλήθειες;
- Ναι. Άκουσε με καλά. Θα σου πω την πρώτη ενώ με κρατάς στο χέρι σου. Θα σου πω τη δεύτερη όταν θα είμαι ασφαλές πάνω σ' ένα κλαδί. Θα σου πω την τρίτη όταν θα έχω φτάσει στην κορυφή αυτού του λόφου.
- Εντάξει, είπε ο άνθρωπος, πες μου την πρώτη.
Τότε το καναρίνι του είπε:
- Αν χάσεις κάτι, ακόμα κι αν είναι τόσο πολύτιμο όσο η ζωή σου, μη λυπηθείς γι' αυτό ούτε στιγμή.
Ο άνθρωπος κράτησε το λόγο του και άνοιξε το χέρι του. Το καναρίνι πέταξε σ' ένα κλαδί, απ' όπου είπε τη δεύτερη αλήθεια:
- Αν σου πουν κάτι παράλογο, μην το πιστέψεις πριν σου το αποδείξουν!
Το πουλί πέταξε μέχρι την κορυφή του λόφου.
- Ποια είναι η τρίτη αλήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος.
- Είναι, πως στο κορμί μου υπάρχουν δυο υπέροχα κοσμήματα που ζυγίζουν πολύ. Αν με είχες σκοτώσει, τώρα θα ήταν δικά σου.
Ο άνθρωπος έπεσε κάτω απογοητευμένος και δάγκωσε το δάχτυλό του μέχρι να ματώσει. Εκείνη τη στιγμή άκουσε το πουλί που γελούσε. Σηκώθηκε και το ρώτησε γιατί γελάει.
- Είσαι ανόητος, του είπε το πουλί, σου είπα πρώτα να μη λυπηθείς ποτέ για κάτι που έχασες. Εσύ λυπήθηκες για τα κοσμήματα. Σου είπα μετά να μην πιστέψεις ποτέ έναν παραλογισμό, με κανέναν τρόπο. Σου είπα ότι έχω δυο κοσμήματα που ζυγίζουν πολύ κι εσύ το πίστεψες, παρόλο που όλο το κορμί μου είναι πολύ ελαφρύ. Αντίο ανόητε !!

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Η κυρα-Μιζέρια και ο Θάνατος



«Μια φορά κι έναν καιρό, λένε, ζούσε σ΄ έναν τόπο μια γριά που τα ΄χε τα χρονάκια της. Μοναδική της συντροφιά είχε μια αχλαδιά που μεγάλωνε κοντά στην πόρτα της καλύβας της. Ο κόσμος την φώναζε “κυρα-Μιζέρια”. Τα παιδιά της γειτονιάς της πήγαιναν και την κορόιδευαν και σαν ερχόταν η εποχή που τα αχλάδια ωρίμαζαν, ανέβαιναν στην αχλαδιά και της έκλεβαν τα φρούτα! Η γριά τα κυνηγούσε και τα μάλωνε, αλλά πού να τα βγάλει πέρα μαζί τους!.. 
Στο τελείωμα μιας μέρας, εκεί που η γριά καθόταν στην αυλή κάτω απ΄ την αχλαδιά της, ένας ταξιδιώτης σταμάτησε μπροστά στην καλύβα της. Την ρώτησε αν θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει για τη νύχτα που ερχόταν. 
Η γριά είπε στον ταξιδιώτη: “Έλα μέσα, ξένε. Κάπου θα βρω να σου στρώσω”.
Όταν ξημέρωσε κι ετοιμάστηκε να φύγει, γύρισε προς το μέρος της γριάς και της είπε: “Γριά, για το καλό που μου έκανες ζήτησέ μου οτιδήποτε θελήσεις και η επιθυμία σου θα πραγματοποιηθεί”. Η κυρα-Μιζέρια είπε: “Έχω μονάχα μία επιθυμία. Θέλω όποιος σκαρφαλώνει πάνω στο δέντρο μου, να κολλάει και να μην μπορεί να κατέβει αν δεν του πω εγώ”...
Πέρασε ο καιρός και τα αχλάδια φάνηκαν να κρέμονται απ΄ τα κλαδιά του δέντρου κι άρχισαν να βαραίνουν ωριμάζοντας. Τα παιδιά της γειτονιάς- όπως το ΄χανε συνήθειο, φάνηκαν ξανά στην αυλή της γριάς, σκαρφάλωσαν πάνω στο δέντρο, έφτασαν μέχρι την κορφή του, έκοψαν τα φρούτα μα, σαν πήγαν να κατέβουν, δεν μπορούσαν! Ύστερα από πολλά παρακάλια η γριά δέχτηκε να τα αφήσει να κατέβουν απ΄ το δέντρο, αλλά με την υπόσχεση ότι δεν θα την ξαναενοχλούσαν ποτέ πια... Κύλησαν οι μέρες κι ένα σούρουπο, εκεί που η κυρα-Μιζέρια καθόταν κάτω απ΄ την αχλαδιά της, είδε να έρχεται κάποιος ταξιδιώτης απ΄ τον δρόμο.

Τα ποδάρια του λες και δεν πάταγαν στη γη, το ρούχο του γιομάτο τρύπες και κουρέλια, το πρόσωπό του σκοτεινό- μάτια δεν έβλεπες. Πλησίασε και στάθηκε μπροστά στην καλύβα της γριάς.

Η κυρα-Μιζέρια, σαν τον είδε, τον ρώτησε: “Παιδάκι μου τίνος είσαι εσύ; Δεν σε ξέρω, τι ζητάς στα μέρη μας;”. Εκείνος αποκρίθηκε: “Γριά, είμαι ο Θάνατος και ήρθα να σε πάρω”.

Η γριά σαν τ΄ άκουσε απάντησε: “Αχ παλικάρι μου! Να ΄ξερες πώς σε περιμένω! Μα, μήπως μπορείς να μου κάνεις μια τελευταία χάρη; Δεν σκαρφαλώνεις λιγάκι στην αχλαδιά να κόψεις κάμποσα αχλάδια για τον δρόμο να ΄χουμε να τρώμε;”. Ο Θάνατος ξεγελάστηκε και σκαρφάλωσε πάνω στο δέντρο να κόψει τα αχλάδια. Μάζεψε όσα μάζεψε, γέμισε το σακούλι του, πάει να κατέβει, μα πού!

Τα χρόνια πέρασαν και δεν πέθανε κανένας πια σ΄ αυτόν τον κόσμο. Οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί, οι παπάδες, οι νεκροθάφτες άρχισαν να παραπονιούνται. Έχαναν τις δουλειές τους και πεινούσαν. Εκτός απ΄ αυτό, υπήρχαν άνθρωποι που είχαν παραγεράσει, έφτασαν στα τελευταία τους και ένιωθαν κουρασμένοι από τη ζωή. Ήταν έτοιμοι για το ταξίδι στον άλλο κόσμο και περίμεναν την ώρα του λυτρωμού. Μα πού ο Θάνατος; Ήταν κολλημένος στην αχλαδιά της γριάς!
Όταν έφτασαν όλα αυτά στ΄ αυτιά της κυρα-Μιζέριας, γυρίζει και του λέει: “Θάνατε, δεν μου λες, άμα σ΄ αφήσω να κατέβεις θα μου υποσχεθείς ότι δεν θα ξανάρθεις ποτέ να με πάρεις;”. 
Το σκέφτηκε καλά ο Θάνατος. Είδε και τη δουλειά που είχε μαζευτεί, τι να κάνει; “Μια ψυχή λιγότερη τι αξία έχει; Μια παλιόγρια είναι του λόγου της”, σκέφτηκε... 
Από τότε ο Θάνατος έρχεται και φεύγει σε τούτο τον κόσμο και κάθε φορά παίρνει πλούσιους, παίρνει φτωχούς, παίρνει άντρες και παίρνει γυναίκες, καμιά φορά ξεχνιέται και παίρνει και παιδιά, παίρνει δυνατούς και παίρνει και αδύνατους. 
 Μα η κυρα-Μιζέρια από τότε, λένε, μένει για πάντα ανάμεσα στους ανθρώπους...». 

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

η αλήθεια δεν μας αρέσει πάντα




 Ένας άνθρωπος, σ' όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. 
Πέρασε απ' όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. 
Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. 
Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε σε γυναίκα. 
Μπήκε στη σπηλιά όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία.
Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
- Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
- Τη βρήκες, του είπε η γριά.
- Εσύ είσαι η Αλήθεια;
- Ναι.
- Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του...
Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
- Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από  'σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
- Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

η αβάσταχτη ελαφρότητα ενός ουρανού

Υπήρχε ένα σπουργιτάκι που, όταν άκουγε τη βροντή της θύελλας, ξάπλωνε στη γη και σήκωνε τα μικροσκοπικά πόδια του προς τον ουρανό.
– Γιατί το κάνεις αυτό; το ρώτησε μια αλεπού.
Για να προστατέψω τη γη, που έχει τόσα ζωντανά πλάσματα! απάντησε το σπουργιτάκι. Σηκώνω τα πόδια μου για να συγκρατήσω τον ουρανό, σε περίπτωση που φανούμε άτυχοι και ο ουρανός πέσει πάνω μας.
– Τα καχεκτικά ποδαράκια σου να συγκρατήσουν τον απέραντο ουρανό;! με απορία και ειρωνεία ρώτησε η αλεπού.
– Ο καθένας εδώ κάτω στη γη έχει το δικό του κομμάτι ουρανού να συγκρατήσει, απάντησε το σπουργίτι.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

ευτυχία


Ταξίδευαν τρεις γυναίκες και ξαφνικά είδαν στο δρόμο ένα μεγάλο λάκκο και ανακαλύπτουν πως μέσα βρίσκόταν παγιδευμένη η Ευτυχία. Και τότε η πρώτη γυναίκα λεέι:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή και ευτυχισμένη έφυγε.
Η δεύτερη γυναίκα ζήτησε:
- Ευτυχία, θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα το αρπάζει και ευτυχισμένη έφυγε.
Μόνο η τρίτη γυναίκα δεν έλεγε τίποτα και τότε η Ευτυχία της είπε μες απ' το λάκκο:
- Πες  μου κι εσύ, τι θέλεις να σου δώσω;
Και τότε η γυναίκα έσκυψε, άπλωσε το χέρι της και είπε:
- Δώσε μου το χέρι σου!... και απλώς έβγαλε την Ευτυχία από το λάκκο.
Μετά συνέχισε το δρόμο της. 
Η Ευτυχία χαμογέλασε και την ακολούθησε.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

υπομονή

 
 
Η ζωή  μου με έμαθε πως ό,τι είναι να γίνει,θα γίνει.

Είναι σαν να περιμένεις το τρένο σ' ένα σταθμό:
Όσο κι αν βιάζεσαι,

εκείνο θα φτάσει την ώρα που είναι προγραμματισμένο.

Την υπομονή δεν την είχα.. την έμαθα!
 
 Γιάννης Παλλίκαρης

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

αυτοκαταστροφή

Μια μέρα ξεκίνησε ένας σκορπιός να κάνει το γύρο του κόσμου.
Κατά το μεσημέρι συνάντησε μπροστά του ένα βαθύ ποτάμι.
Σκεφτόταν πως να βρει ένα τρόπο να το περάσει, όταν είδε δίπλα στην όχθη ένα βάτραχο.
- Φίλε μου βάτραχε, του είπε, μήπως μπορείς να με περάσεις απέναντι;
Ο βάτραχος το σκέφτηκε και του απάντησε προβληματισμένος:
- Κοίταξε, ευχαρίστως θα σε περνούσα απέναντι, αλλά φοβάμαι πως θα με τσιμπήσεις με το κεντρί σου και θα πεθάνω.
-Θα ήμουν τρελός να κάνω κάτι τέτοιο, του απάντησε ο σκορπιός.
Αν το έκανα τότε θα πνιγόμουν και εγώ. Θα ήταν καθαρή αυτοκτονία.
Πείστηκε έτσι ο βάτραχος και τον φόρτωσε στην πλάτη του να τον πάει απέναντι. Μετά από λίγη ώρα και ενώ βρισκότανε στη μέση του ποταμιού, ξαφνικά γυρίζει ο σκορπιός και τον τσιμπάει με το κεντρί του θανάσιμα.
Ξεψυχώντας και καθώς άρχισε να βυθίζεται στο νερό ο βάτραχος με φωνή γεμάτη απορία τον ρώτησε:
-Μα γιατί το έκανες αυτό; Δεν καταλαβαίνεις πως θα πεθάνεις και συ τώρα;
Ο σκορπιός τον κοίταξε στα μάτια και του είπε με θλιμμένη φωνή:
- Το ξέρω φίλε μου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς…
Είναι δυστυχώς στη φύση μου ...

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

εμπιστοσύνη

Δύο ταξιδιώτες φίλοι περνούσαν κάποτε από το δάσος και συνάντησαν μια αρκούδα.
Ο ένας έτρεξε γρήγορα και ανέβηκε σε ένα δέντρο, ενώ ο άλλος δεν τα κατάφερε.
Αναγκάστηκε, λοιπόν, να πέσει στο έδαφος και να κάνει τον νεκρό για να τον αγνοήσει η αρκούδα.
Όντως, η αρκούδα, αφού τον μύρισε για λίγο στο αυτί, έφυγε.
Τότε ο σύντροφος του κατέβηκε από το δέντρο και τον ρώτησε:
"Τί έκανε στο αυτί σου η αρκούδα;".
Ο άλλος απάντησε:
"Μου είπε να μην εμπιστεύομαι τον φίλο που με εγκαταλείπει όταν τον χρειάζομαι".

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

παιδικής σοφίας συνέχεια

Παιδί: Μπαμπά με αγαπάς;

Πατέρας: Φυσικά παιδί μου!

Παιδί: Μπορείς να μου το αιτιολογήσεις σε παρακαλώ πολύ;

Πατέρας: Μα και βέβαια σε αγαπώ δεν βλέπεις τι έχω κάνει για σένα;

Σου έκανα εξοχικό , αυτό το σπίτι θα γίνει δικό σου, σε σπούδασα, θα σου πάρω αυτοκίνητο,  σου έδινα χρήματα όποτε μου ζήτησες, έκανα τα πάντα για σένα!

Παιδί: Μπαμπά να σε ρωτήσω κάτι… διότι πιστεύω ότι αγάπη είναι άλλα πράγματα.

Πότε με πήρες αγκαλιά;

Πατέρας:…

Παιδί: Πότε με φίλησες και μου είπες σ’αγαπώ χωρίς να έχω γιορτή ή να υπάρχει λόγος;

Πατέρας:…

Παιδί: Πότε με σκέπασες όταν πήγαινα για ύπνο;

Πατέρας:…

Παιδί: Πότε με κατάλαβες όταν έκλαιγα;

Και εσύ έλεγες τι θες να σου πάρω για να σου περάσει;

Πατέρας:…

Παιδί: Τώρα που το σκέφτομαι πατέρα, οι μητέρες στην Αφρική που κρατούν τα παιδιά στην αγκαλιά τους και τα ταΐζουν με το σάλιο τους δεν τα αγαπούν αφού δεν έχουν περιουσία να τους αφήσουν! σωστά;

Πατέρας:…


Παιδί:  Τελικά Μπαμπά πόσο κοστίζει η αγάπη για να ξέρω και εγώ πόσα μηδενικά πρέπει να αφήσω στο λογαριασμό του δικού μου παιδιού;

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

παιδική σοφία


Ένα απόγευμα πλησιάζει ο μικρός γιος τον πολυάσχολο μπαμπά του που μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά κουρασμένος και τον ρωτάει:
-Μπαμπά, πόσα χρήματα βγάζεις τη μέρα;
-Γιατί ρωτάς; αποκρίθηκε ο πατέρας.
-Θα ήθελα να ξέρω. Σε παρακαλώ, πες μου, συνέχισε ο γιος.
-50 ευρώ τη μέρα, απάντησε ο πατέρας.
-Τότε μπορείς να μου δανείσεις 25 ευρώ; ξαναρώτησε ο γιος.
Όμως ο πατέρας σκέφτηκε ότι η αρχική ερώτηση για το πόσα χρήματα βγάζει τη μέρα, ίσως αποσκοπούσε στο να ζητήσει χρήματα για να πάρει προφανώς κάποιο παιχνίδι. Οπότε η άμεση απάντησή του ήταν αρνητική και μάλιστα του είπε να πάει αμέσως στο δωμάτιό του να κοιμηθεί. Ο μικρός κατέβασε το κεφάλι και αποχώρησε από το δωμάτιο.
Όσο πέρναγε η ώρα ο θυμός του πατέρα ξεθύμαινε, καθώς έκανε διάφορες σκέψεις, όπως: «μήπως το παιδί χρειαζότανε πραγματικά τα χρήματα;», «μήπως ήθελε να πάρει κάτι για το σχολείο;», «μήπως είχε δανειστεί χρήματα από κάποιο συμμαθητή του;» και «τελευταία έχει καιρό να μου ζητήσει χρήματα, οπότε ίσως πρέπει να του τα δώσω».
Έτσι ο πατέρας πηγαίνει στο δωμάτιο του μικρού του γιου και του τα δίνει. Τότε ο μικρός όλο χαρά βγάζει απο την τσέπη του άλλα 25 ευρώ και του λέει:
-Ορίστε μπαμπά, σου δίνω 50 ευρώ. Μπορώ να εξαγοράσω την αυριανή σου μέρα;
Ο πατέρας συγκινήθηκε και αγκάλιασε το μικρό του γιο, συνειδηποιώντας ότι τον είχε παραμελήσει για να δουλεύει.

Μην αφήνετε τον ελεύθερο χρόνο σας να περνάει άσκοπα. 

Η σκληρή δουλειά και η καθημερινότητα μας αφήνουν πολύ λίγο ελεύθερο χρόνο για ξεκούραση.
Όμως δεν είναι σωστό  να παραμελούμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και μας έχουν ανάγκη .
Οι εταιρείες που δουλεύουμε μπορούν εύκολα να μας αντικαταστήσουν όταν φύγουμε από αυτό τον κόσμο. 
Όμως θα λείψουμε πραγματικά στους δικούς μας ανθρώπους.
Γι’αυτό θα ήταν καλό  να τους ευχαριστηθούμε και να τους αφήσουμε να μας χορτάσουν με την αγάπη τους, τώρα που τους έχουμε και μας έχουν…

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

η βάση της φύσης μας


 


Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;»
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο»
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: 

«Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα!
Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: 

«Αυτό που καλείς ''κύμα'' δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

το δώρο της ζωής







Μ' αρέσει η σκέψη πως την ημέρα που γεννιέται κανείς, του χαρίζουν τον κόσμο σαν δώρο γενεθλίων. 
Ένα υπέροχο κουτί με εξαίσιες κορδέλες!
Μερικοί δεν κάνουν τον κόπο ούτε τις κορδέλες να λύσουν, όχι ν' ανοίξουν το κουτί.

Κι όσοι το ανοίγουν περιμένουν να βρουν μέσα μόνο το Θαύμα, την Ομορφιά, την Ευτυχία. Ξαφνιάζονται που υπάρχει στη Ζωή και ο Πόνος και η Απελπισία, η Μοναξιά και η Σύγχυση. 
Κι όμως είναι όλα μέρος της Ζωής. 
Δεν ξέρω για σας όμως εγώ δεν θέλω να χάσω τη ζωή. 
Θέλω να μάθω το κάθε πραγματάκι που έχει μέσα το κουτί.

Αυτό το μικρό κουτί λέγεται Πόνος.
Τι να κάνουμε, δικό μου είναι κι αυτό, θ ανοίξω λοιπόν τον Πόνο και θα γνωρίσω τον Πόνο.

Κι αυτό το μικρό
πακετάκι λέγεται Μοναξιά. 
Ξέρετε τι συμβαίνει όταν ανοίγω το πακετάκι που λέγεται Μοναξιά;
Γνωρίζω τη Μοναξιά.
Κι όταν μου λες ''Νοιώθω μοναξιά'', μπορώ να καταλάβω λιγάκι τη Μοναξιά σου και μπορούμε να καθίσουμε μαζί και να κρατήσουμε ένας το μοναχικό χέρι του αλλού.

Θέλω να τα γνωρίσω όλα τα πράγματα μέσα στο κουτί.
Γιατί ξέρω ότι έτσι θα γνωρίσω και την Ευτυχία.
Βρίσκεται εκεί και θα τη βρω.

Ξέρω ότι μπόρεσα να μετατρέψω τον Πόνο σε Χαρά. 
Κι εσύ μπορείς να το κανείς αυτό.

Μπόρεσα να πάρω την Αγωνία και να την κάνω Αλήθεια.
Κι εσύ μπορείς να το κανείς αυτό.

Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορώ να το κάνω εγώ και να μη μπορείς να το κανείς εσύ.
 Ότι μπορώ εγώ το μπορείς κι εσύ.
Και πολλά πράγματα μπορείς να τα κανείς καλύτερα.

Αν δεν τα έχεις, δεν είναι γιατί δεν τα έχεις.
Είναι γιατί δεν προσπαθείς γι αυτά. 
Βρίσκονται εδώ και είναι δικά σου.

Έχουμε τη μαγική ικανότητα να μετατρέψουμε την Απελπισία σε Ελπίδα.
Μπορούμε να σκουπίσουμε τα Δάκρυα και να τα αντικαταστήσουμε με Χαμόγελα.