Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

διαφορετικές ματιές.....


 

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της

στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το


πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα 

και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα.

Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα

και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο


σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή.


Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.


Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια.


Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το


χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι

σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο.

Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση,


αλλά κρατούσε μια απόσταση.


Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια τής γριούλας,


δεν μίλησε.


Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθησε στο


πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά


προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο


κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα


γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη


φτώχεια.


Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».


Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη».


Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους,


Αντρέα!  Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία


που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη,


αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.


Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της.


«Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν


αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η


φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε


οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας


κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν 

ν'αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά

αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν


ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.


Αλλά ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των


συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε


στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, να


αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση


του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.


Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από


μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν' απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις


μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να


δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».


Στην επόμενη στάση ένα παληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό


μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του.


Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα


του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα


ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα


πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια.


Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το


παληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά


παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε,


βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα


παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του.


Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.


Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος


στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε


προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε


κάποιος.


«Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. 

«Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο

κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. 

Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα

πολύ καλά.


Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Αγάπη


Κάποτε υπήρχε ένα ζευγάρι που αγαπιόταν πάρα πολύ…
Ο άντρας λάτρευε τη γυναίκα και της το έδειχνε με κάθε ευκαιρία…
Η γυναίκα του ήταν όμορφη, ευαίσθητη αλλά φιλάσθενη.
Ο άνδρας χρειάστηκε να φύγει στον πόλεμο, όπου πέρασε πολλές δυσκολίες και παρ' ολίγο να χάσει και τη ζωή του.
Προσευχόταν καθημερινά να τον αφήσει ο Θεός να ζήσει για... να γυρίσει ξανά στην πολυαγαπημένη του γυναίκα.
Όλη του η σκέψη ήταν να την σφίξει στην αγκαλιά του κι αυτό του έδινε κουράγιο να αντέξει την πείνα, το κρύο και τους τραυματισμούς.
Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, γεμάτος χαρά, ξεκίνησε για το σπίτι του.
Στο δρόμο όμως συνάντησε έναν οικογενειακό φίλο που τον συλλυπήθηκε για τη συμφορά που τους βρήκε.
"Ποιά συμφορά;" ρώτησε αυτός όλο ανησυχία.
"Δεν το έμαθες; η γυναίκα σου έπαθε μια μολυσματική ασθένεια και έχει παραμορφωθεί το πρόσωπό της."
Ο άνδρας κάθισε στη μέση του δρόμου και έκλαψε πικρά.
Όταν έφτασε στο σπίτι του αργότερα το απόγευμα, η γυναίκα του κατάλαβε πως ο αγαπημένος της είχε χάσει το φως του...
Νόμιζε πως είχε τυφλωθεί στον πόλεμο...σε κάποια μάχη.
Τον αγκάλιασε όμως με την ίδια αγάπη και έζησαν ευτυχισμένοι για 15 χρόνια.
Μετά η γυναίκα πέθανε και ο άνδρας αφού της έκλεισε τα μάτια της , άνοιξε τα δικά του!
Για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια υποκρίθηκε τον τυφλό για να μην την δει και την πληγώσει...

Από τον Μανώλη Πετράκη

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

περι φιλίας... (2)


Είναι η ιστορία 2 φίλων που περπατούν στην έρημο.
 
Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο. Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
 
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.
 
Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε. Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα :
 
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ..
 
Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή , τον ρώτησε :
 
Όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα . Γιατί? Ο άλλος φίλος απάντησε :
 
«όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα , όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».
 
ΜΑΘΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
 
ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΡΑΖΕΙΣ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

περί φιλίας...


Ενας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος.
Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη!
Ομως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του με τα δύο του ζώα. Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση. Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο.
Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν.
Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.
Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.
- «Καλημέρα».
- «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.
- «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».
- «Αυτός είναι ο παράδεισος».
- «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».
- «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.
- «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».
- «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».
Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός. Ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.
Αφού περπάτησαν για αρκετή ώρα στην ανηφοριά, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος, η είσοδος του οποίου ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο. Μάλλον κοιμόταν.
- «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.
- «Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».
- «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.
- «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.
- «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.
- «Παράδεισος».
- «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».
- «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.
- «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους..

Ποτέ να μην εγκαταλείπεις τους πραγματικούς σου Φίλους ακόμη κι αν αυτό σου προκαλεί δυσκολίες.
Εάν αυτοί σου προσφέρουν την αγάπη τους και τη συντροφιά τους έχεις ένα χρέος:
Να μην τους εγκαταλείψεις ποτέ.
Διότι: Το να κάνεις ένα Φίλο είναι Ευλογία, το να έχεις ένα Φίλο είναι Δώρο, το να κρατήσεις ένα Φίλο είναι Αρετή, το να είναι κάποιος Φίλος σου… Είναι Τιμή…

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Βοήθεια εγκατάστασης προγράμματος “Αγάπη”


 Τεχνική Υποστήριξη: Παρακαλώ, πως μπορώ να βοηθήσω;
Πελάτης: Μετά από μεγάλη πορεία, αποφάσισα να εγκαταστήσω το πρόγραμμα που λέγεται "Αγάπη". Μπορείτε να με καθοδηγήσετε πώς να το κάνω;
Τ.Υ. : Φυσικά μπορώ. Είστε έτοιμος να ξεκινήσουμε;
Π: Είμαι λίγο άσχετος από τεχνολογία, αλλά ας προσπαθήσουμε. Τι πρέπει να κάνω;
Τ.Υ.: Το πρώτο βήμα είναι να εντοπίσετε και να ανοίξετε το παράθυρο "Η Καρδιά μου". Μπορείτε να την εντοπίσετε;
Π: Ναι, αλλά υπάρχουν άλλα τόσα προγράμματα που τρέχουν αυτή τη στιγμή. Υπάρχει πρόβλημα να εγκαταστήσω το "Αγάπη" ενώ τρέχουν τα άλλα;
Τ.Υ: Ποια προγράμματα τρέχουν τώρα;
Π: Μισό λεπτό να δω... υπάρχει ένα που λέγεται "Παλιά Τραύματα", "Χαμηλή Αυτοεκτίμηση", και κάποια άλλα "Μνησικακία" ,"Εκδίκηση", «Μοναξιά», «Ξεχωριστότητα».
Τ.Υ.: Δεν υπάρχει πρόβλημα. Μόλις εγκαταστήσετε το πρόγραμμα 'Αγάπη', θα διαγράψει βαθμιαία αυτά τα προγράμματα αυτά από το λειτουργικό σύστημα.
Μπορεί να παραμείνουν στη μνήμη αλλά δεν θα εμποδίζουν τη λειτουργία άλλων προγραμμάτων. Το πρόγραμμα "Αγάπη" θα αντικαταστήσει το "Χαμηλή αυτοεκτίμηση" με μια άλλη ενότητα που λέγεται "Υψηλή αυτοεκτίμηση". Όμως, θα πρέπει να διαγράψετε οριστικά τα υπόλοιπα προγράμματα: "Μνησικακία", "Εκδίκηση", «Μοναξιά», «Ξεχωριστότητα». Αυτά τα δύο εμποδίζουν την εγκατάσταση του προγράμματος 'Αγάπη'.
Π: Πως γίνεται να τα διαγράψω; Μπορείτε να μου πείτε;
Τ.Υ.: Με χαρά. Πηγαίνετε με το ποντίκι στην οθόνη σας κάτω αριστερά, εκεί που λέει 'Εκκίνηση' και επιλέξτε το πρόγραμμα "Συγχώρεση" και κάνετε ένα κλικ.
Επαναλάβετε τη διαδικασία όσες φορές χρειαστεί μέχρι να διαγράψετε τελείως τα δύο προγράμματα.
Π: Α, ωραία! Έγινε κιόλας. Ώχ... όμως το πρόγραμμα "Αγάπη" ξεκίνησε μόνο του την εγκατάσταση. Είναι φυσιολογικό αυτό;
Τ.Υ.: Ναι, αλλά να θυμάστε ότι έχετε μόνο τη πρώτη έκδοση του βασικού προγράμματος Θα χρειαστεί να συνδεθείτε με άλλες "Καρδιές" για να κάνετε αναβάθμιση.
Π: Ωχ! Μου εμφανίζεται ένα μήνυμα λάθους που λέει: 'Error - Το πρόγραμμα δεν μπορεί να λειτουργήσει με εξωτερικές παρεμβάσεις'... τι είναι αυτό;
Τ.Υ.: Μην ανησυχείτε. Αυτό σημαίνει ότι το πρόγραμμα "Αγάπη" έχει φτιαχτεί για να τρέχει με εσωτερικές "Καρδιές" αλλά δεν έχει ακόμα τρέξει στη δική σας "Καρδιά". Σε μη-τεχνική γλώσσα, σημαίνει ότι πρέπει πρώτα να αγαπήσετε τον εαυτό σας πριν είστε έτοιμος να αγαπήσετε τους άλλους.
Π: Δηλαδή; Τι κάνω τώρα;
Τ.Υ.: Κατεβάστε το πρόγραμμα "Αποδοχή εαυτού" και κάντε κλικ στα παρακάτω αρχεία: "Συγχώρεση εαυτού", "Συνειδητοποίηση της αξίας μου", "Αναγνώριση των ορίων μου".
Π: Εντάξει, το έκανα.
Τ.Υ.: Ωραία. Τώρα αντιγράψτε αυτά τα αρχεία στο βασικό σας φάκελο "Η Καρδιά μου". Το σύστημα θα διαγράψει οποιοδήποτε ασύμβατο αρχείο και θα επιδιορθώσει τα όλα τα λανθασμένα αρχεία. Επίσης, χρειάζεται να διαγράψετε τα "Αρνητική Κριτική", "Φλυαρία", «Άσκοπες σκέψεις». Μετά πηγαίνετε στο Κάδο ανακύκλωσης και διαγράψτε τα οριστικά και από εκεί.
Π: Έγινε. Ωπ!! O φάκελος "Η Καρδιά μου" αρχίζει να γεμίζει με νέα αρχεία. Τα "Γαλήνη" και "Πληρότητα" αντιγράφουν μόνα τους τα αρχεία στο φάκελο "Η Καρδιά μου". Είναι φυσιολογικό αυτό;
T. Y.: Ναι. Αυτό δείχνει ότι το πρόγραμμα "Αγάπη" έχει εγκατασταθεί και ήδη τρέχει. Κάτι τελευταίο πριν κλείσουμε το τηλέφωνο. Το πρόγραμμα "Αγάπη" είναι free, δεν χρειάζεστε κωδικό ενεργοποίησης, γι' αυτό δώστε το σε όσους μπορείτε. Μπορεί να σας ανταποδώσουν μερικά καλά αρχεία για αναβάθμιση.
Π: Σας ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά !

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

... το άλλο της μάτι

Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι... Ντρεπόταν γι' αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε.

Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους... Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας με... ένα μάτι. Οι φοιτήτριες έφευγαν γρήγορα, όποτε την έβλεπαν να βγαίνει για λίγο από την κουζίνα κι έλεγαν πως δεν άντεχαν το θέαμα και πως τους προκαλούσε μια ανυπόφορη ανατριχίλα...


Μα από μικρός είχε πρόβλημα με την εικόνα της μητέρας του.


Μια μέρα όταν ακόμη πήγαινε στο δημοτικό, πέρασε η μητέρα του στο διάλειμμα να του πει ένα γεια. Ένοιωσε πολύ στενοχωρημένος. «Πως μπόρεσε να μου το κάνει αυτό»;... αναρωτιόταν... Την αγνόησε, της έριξε μόνο ένα μισητό βλέμμα κι έτρεμε. Την επόμενη μέρα ένας από τους συμμαθητές του φώναξε: «Εεεε, η μητέρα σου έχει μόνο ένα μάτι!.. »

Ήθελε να πεθάνει , θελε να εξαφανιστεί. Όταν γύρισε σπίτι, της είπε: «αν είναι όλοι να γελάνε μαζί μου εξαιτίας σου τότε καλύτερα να πεθάνεις!». Αυτή δεν του απάντησε....
«Ήθελα να φύγω από εκείνο το σπίτι και να μην έχω καμία σχέση μαζί της. Έτσι διάβασα πάρα πολύ σκληρά με σκοπό να φύγω μια μέρα μακριά για σπουδές... και τα κατάφερα, μα ήλθε κι έπιασε αυτή τη δουλειά στη λέσχη για να με βοηθάει... Δεν μπορούσε να πάει κάπου αλλού;.. έλεγε αργότερα σ' ένα φίλο του.».

Αργότερα παντρεύτηκε. Αγόρασε ένα δικό του σπίτι. Έκανε δικά του παιδιά κι ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του, τα παιδιά του, την γυναίκα του και τη δουλειά του!

Μια μέρα μετά από χρόνια απουσίας, η μητέρα του πήγε να τον επισκεφτεί.

Δεν είχε δει ποτέ από κοντά τα εγγόνια της. Μόλις εμφανίστηκε στην πόρτα, τα παιδιά του άρχισαν να γελάνε, θύμωσε μαζί της , επειδή είχε πάει χωρίς να του το ζητήσει και χωρίς να τον προειδοποιήσει.

Τότε της φώναξε: «πως τολμάς να έρχεσαι ξαφνικά στο σπίτι μου και να τρομάζεις τα παιδιά μου; Βγες έξω! Φύγε!».
Η μητέρα του απάντησε γαλήνια: «Αα, πόσο λυπάμαι, κύριε! Μάλλον μου έδωσαν λάθος διεύθυνση» κι εξαφανίστηκε, χωρίς να καταλάβουν τα μικρά πως είναι γιαγιά τους...

Πέρασαν χρόνια και μια μέρα βρήκε στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού του μια επιστολή για τη σχολική συγκέντρωση της τάξης του από το δημοτικό σχολείο, που θα γινόταν στην πόλη πού γεννήθηκε... Είπε ψέματα στη γυναίκα του ότι θα έκανε ένα επαγγελματικό ταξίδι και πήγε. Όταν τελείωσε η συγκέντρωση των συμμαθητών, πήγε στο σπίτι που μεγάλωσε, μόνο από περιέργεια... Οι γείτονες, του είπαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει πρόσφατα. Δεν έβγαλε ούτε ένα δάκρυ. Του έδωσαν ένα γράμμα που είχε αφήσει γι' αυτόν:


«Αγαπημένε μου γιέ, σε σκέφτομαι συνέχεια. Λυπάμαι που ήρθα στο σπίτι σου και φόβισα τα παιδιά σου. Έμαθα ότι έρχεσαι για την σχολική συγκέντρωση κι ένοιωσα πολύ χαρούμενη. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί να μην είμαι σε θέση να σηκωθώ από το κρεβάτι για να έρθω να σε δω. Έγραψα αυτό το γράμμα να στο δώσουν αν δεν με προφτάσεις. Στεναχωριέμαι που σε έφερνα σε δύσκολη θέση και ντρεπόσουν για μένα όσο ήσουν μικρός. Βλέπεις... όταν ήσουν πολύ μικρός, είχες ένα σοβαρό ατύχημα κι έχασες το μάτι σου. Δεν θα μπορούσα να σε βλέπω να μεγαλώνεις με ένα μάτι. Έτσι σου έδωσα το δικό μου. Ήμουν τόσο υπερήφανη που ο γιος μου θα έβλεπε τον κόσμο με τη δική μου βοήθεια, με το δικό μου μάτι.,. Έχεις πάντα όλη την αγάπη μου.


Η μητέρα σου.

Ενα παραμύθι...

Πόσο καιρό έχει να σου πει κάποιος ένα όμορφο παραμύθι;
Με δράκους και νεράιδες, που να μην έχει απαραίτητα "καλό" τέλος;
Άκου λοιπόν …..
Ήταν κάποτε ένας δράκος. Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές.
Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά από το ένα βουνό στο άλλο πότε να συλλογίζεται για την ύπαρξή του και πότε να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του και να φυσά φλόγες.
Μια μέρα λοιπόν μια νεράιδα ήρθε και κάθισε στη μύτη του… Ο δράκος ξαφνιάστηκε. Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε
- Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις.
- Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
- Όχι… όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
- Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;
Η νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση… όμως του απάντησε.
- Όχι… όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει… όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή νεράιδα…
Θέλησε να τη φιλήσει… η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.
Ο δράκος δάκρυσε… όμως τα δάκρυά του την έπνιγαν.
Η μικρή νεράιδα πέθαινε στην αγκαλιά του..
…του ψιθύριζε απλά το μυστικό…
…δε φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις…
….πρέπει και να μπορείς….